Μεγάλος Αδελφός

ΚΗΡΥΓΜΑ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ - 33η Κυριακή της κανονικής ώρας, 14 Νοεμβρίου 2021

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΦΤΩXΩΝ

 ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΚΗΡΥΓΜΑ     ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

Βασιλική του Αγίου Πέτρου

33η Κυριακή της κανονικής ώρας, 14 Νοεμβρίου 2021

 ________________________________________________

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι εικόνες που χρησιμοποιεί ο Ιησούς στην αρχή του σημερινού Ευαγγελίου, μας αφήνουν σαστισμένους: ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και το φεγγάρι δε θα δίνει πια το φως του∙ τα άστρα θα πέφτουν από τον ουρανό και οι ουράνιες δυνάμεις που κρατούν την τάξη του σύμπαντος θα διασαλευτούν. ( Μκ 13:24-25). Εν τούτοις, ο Κύριος μας παροτρύνει να ελπίζουμε, γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή του απόλυτου  ζόφου, θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου (βλ. εδ. 26). Μάλιστα μπορούμε ήδη να αντιληφθούμε τα σημάδια του ερχομού του, ακριβώς όπως αντιλαμβανόμαστε ότι έρχεται το καλοκαίρι, τον καιρό που βγαίνουν τα φύλλα της συκιάς (πρβλ. στ. 28).

 Αυτή η περικοπή του Ευαγγελίου μας βοηθά να εντοπίσουμε δυο όψεις της ιστορίας: τον πόνο του σήμερα και την ελπίδα του αύριο. Προβάλει όλες εκείνες τις οδυνηρές αντιφάσεις στις οποίες βυθίζεται η ανθρωπότητα σε κάθε εποχή και ταυτόχρονα αποκαλύπτει το μέλλον της σωτηρίας που μας περιμένει: τη συνάντηση με τον Κύριο που έρχεται να μας ελευθερώσει από κάθε κακό. Ας δούμε αυτές τις δύο πτυχές μέσα από τα μάτια του Ιησού.

Πρώτον: ο σημερινός πόνος. Αποτελούμε μέρος της ιστορίας η οποία είναι γεμάτη από θλίψεις, βία, βάσανα και αδικία και περιμένουμε το λυτρωμό που δεν φαίνεται να φτάνει ποτέ. Οι πιο αδύναμοι κρίκοι της αλυσίδας εδώ, είναι οι φτωχοί: οι πιο πληγωμένοι, οι καταπιεσμένοι και συντεθλιμμένοι. Η Παγκόσμια Ημέρα των Φτωχών που γιορτάζουμε, μας ζητά να μην αποστρέψουμε το πρόσωπό μας, να μην διστάσουμε να νοιαστούμε για τα δεινά των πιο ευάλωτων. Το σημερινό Ευαγγέλιο έχει πολλά να τους πει. Ο ήλιος της ζωής τους συχνά, σκοτεινιάζει από τη μοναξιά∙ το φεγγάρι των προσδοκιών τους έχει σβήσει∙ τα αστέρια όσων ονειρεύονται έχουν σβήσει. Η ύπαρξή τους έχει κλονιστεί. Όλα αυτά εξαιτίας της φτώχειας, η οποία τους έχει επιβληθεί, θύματα της αδικίας και της ανισότητας μιας κοινωνίας, η οποία τους προσπερνά βιαστικά χωρίς να τους προσέχει και η οποία τους εγκαταλείπει στη μοίρα τους, χωρίς ενδοιασμό.

Υπάρχει, ωστόσο και μια άλλη πτυχή: η ελπίδα του αύριο. Ο Ιησούς θέλει να ανοίξει τις καρδιές μας στην ελπίδα, να απομακρύνει το άγχος και τον φόβο μας μπροστά στον πόνο του κόσμου. Και γι’ αυτό μας λέει, πως ακόμα κι όταν ο ήλιος σκοτεινιάζει και όλα γύρω μας φαίνονται να καταρρέουν, ο ίδιος μας πλησιάζει. Ανάμεσα στους στεναγμούς της οδυνηρής ιστορίας μας, αρχίζει να ανθίζει ένα μέλλον σωτηρίας. Η ελπίδα του αύριο ανθίζει μέσα στον πόνο του σήμερα. Πράγματι, η σωτηρία του Θεού δεν είναι μόνο μια μελλοντική υπόσχεση, αλλά λειτουργεί ακόμη και τώρα στην πληγωμένη ιστορία μας και μεγαλώνει εν μέσω της καταπίεσης και της αδικίας του κόσμου μας. Όλοι μας έχουμε πληγωμένη καρδιά. Ανάμεσα στα δάκρυα των φτωχών, η Βασιλεία του Θεού ανθίζει σαν τα τρυφερά φύλλα του δέντρου και οδηγεί την ιστορία στον στόχο της, στην τελική συνάντηση με τον Κύριο, τον Βασιλιά του σύμπαντος που θα μας ελευθερώσει οριστικά.

Σε αυτό το σημείο, ας ρωτήσουμε: τι ζητείται από εμάς τους Χριστιανούς σε αυτή την κατάσταση; Μας ζητείται να καλλιεργήσουμε την ελπίδα του αύριο θεραπεύοντας τον πόνο του σήμερα. Και τα δύο συνδέονται: αν δεν εργαστείτε για να θεραπεύσετε τον πόνο του σήμερα, θα είναι δύσκολο να έχετε ελπίδα για το αύριο. Η ελπίδα που γεννιέται από το Ευαγγέλιο δεν έχει καμία σχέση  με την παθητική προσδοκία ότι τα πράγματα μπορεί να είναι καλύτερα αύριο, αλλά με το να στηρίζουμε την υπόσχεση του Θεού για σωτηρία σήμερα. Σήμερα και κάθε μέρα. Η χριστιανική ελπίδα δεν είναι η αφελής, ακόμη και εφηβική, αισιοδοξία όσων ελπίζουν ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν –αυτό δεν θα συμβεί– ενώ η ζωή τους απλώς συνεχίζεται χωρίς αλλαγές∙ η χριστιανική ελπίδα, έχει να κάνει με τις σταθερές ενέργειες που χρειάζονται κάθε ημέρα, για την οικοδόμηση του βασιλείου της αγάπης, της δικαιοσύνης και της αδελφότητας που εγκαινίασε ο Ιησούς. Για παράδειγμα, η χριστιανική ελπίδα, δεν εσπάρη από τον Λευίτη και τον ιερέα που προσπέρασε τον πληγωμένο από τους κλέφτες. Την έσπειρε ένας ξένος, ένας Σαμαρείτης ο οποίος σταμάτησε στο δρόμο του και την έκανε πράξη (πρβλ. Λκ 10,30-35). Και σήμερα είναι σαν να λέει η Εκκλησία: «Σταμάτα και σπείρε την ελπίδα ανάμεσα στη φτώχεια. Πλησίασε τους φτωχούς και σπείρε ελπίδα». Έλπιζε για αυτό το άτομο, για την ελπίδα σου και για την ελπίδα της Εκκλησίας. Αυτό είναι που μας ζητείται: να είμαστε, ανάμεσα στα ερείπια του καθημερινού κόσμου, ακούραστοι οικοδόμοι ελπίδας. Να γινόμαστε φως καθώς ο ήλιος σκοτεινιάζει, να είμαστε στοργικοί μάρτυρες συμπόνιας μέσα σε μια εκτεταμένη αδιαφορία∙ να είμαστε μια παρουσία φροντίδας εν μέσω αυξανόμενης απάθειας. Μάρτυρες συμπόνιας. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κάνουμε καλό παρά μόνο δείχνοντας συμπόνια. Το πολύ να κάνουμε καλά πράγματα, όμως δεν θα αγγίξουμε τον χριστιανικό τρόπο γιατί η καρδιά δεν αγγίζεται έτσι. Αυτό που αγγίζει την καρδιά είναι η συμπόνια: πλησιάζουμε, νιώθουμε συμπόνια και κάνουμε έργα τρυφερής αγάπης. Αυτός είναι ο τρόπος του Θεού να κάνει τα πράγματα: εγγύτητα, συμπόνια και τρυφερότητα. Αυτό μας ζητείται σήμερα.

Πρόσφατα σκεφτόμουν τι έλεγε ένας επίσκοπος που βρίσκεται κοντά στους φτωχούς, και είναι ο ίδιος φτωχός τω πνεύματι, ο Don Tonino Bello: «Δεν μπορούμε να είμαστε πλήρεις μόνο με το να ελπίζουμε∙ πρέπει να οργανώσουμε την ελπίδα». Αν η ελπίδα μας δεν μεταφραστεί σε αποφάσεις και συγκεκριμένες χειρονομίες μέριμνας, δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και φροντίδας για το κοινό μας σπίτι, τα βάσανα των φτωχών δεν θα ανακουφιστούν, η οικονομία της σπατάλης που τους αναγκάζει να ζουν στο περιθώριο, δεν θα μεταβληθεί∙ οι προσδοκίες τους δεν θα ανθίσουν ξανά. Εμείς οι Χριστιανοί ειδικότερα, πρέπει να οργανώσουμε την ελπίδα. Αυτή η έκφραση του Don Tonino Bello, να οργανώσει την ελπίδα, είναι πολύ ωραία για να την κάνουμε συγκεκριμένη στην καθημερινή μας ζωή, στις σχέσεις μας, στις κοινωνικές και πολιτικές μας δεσμεύσεις. Θυμάμαι τα φιλανθρωπικά έργα που πραγματοποιούνται από τόσους πολλούς Χριστιανούς, το έργο του Γραφείου του Παπικού Αλμονέρ… Τι κάνουν εκεί; Οργανώνουν την ελπίδα. Όχι δίνοντας χρήματα εδώ κι εκεί, αλλά οργανώνοντας την ελπίδα. Αυτό μας ζητάει σήμερα η Εκκλησία.

Σήμερα ο Ιησούς μας προσφέρει μια απλή αλλά εύγλωττη εικόνα ελπίδας. Είναι η εικόνα των φύλλων της συκιάς, που αθόρυβα φανερώνουν την έλευση του καλοκαιριού. Αυτά τα φύλλα εμφανίζονται λέει ο Ιησούς, όταν το κλαδί γίνεται τρυφερό (βλ. στ. 28). Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, αυτή είναι η λέξη που κάνει την ελπίδα να ανθίζει στον κόσμο και ανακουφίζει τα βάσανα των φτωχών: η τρυφερότητα. Η συμπόνια που σε οδηγεί στην τρυφερότητα. Πρέπει να υπερβούμε την εστίαση στον εαυτό μας, την εσωτερική μας ακαμψία, που είναι στις μέρες μας ο πειρασμός των «αναστηλωτών», που θέλουν μια Εκκλησία εντελώς τακτοποιημένη, εντελώς άκαμπτη: αυτό δεν είναι του Αγίου Πνεύματος. Πρέπει να την υπερβούμε, για να κάνουμε την ελπίδα να ανθίσει μέσα σε αυτή την ακαμψία. Στο χέρι μας είναι να ξεπεράσουμε τον πειρασμό να ανησυχούμε μόνο για τα δικά μας προβλήματα∙ ενώπιοι στις τραγωδίες του κόσμου μας, πρέπει να αυξήσουμε τη συνεισφορά μας, να μοιραστούμε τον πόνο του. Όπως τα τρυφερά φύλλα ενός δέντρου, καλούμαστε να απορροφήσουμε τη μόλυνση παντού γύρω μας και να τη μετατρέψουμε σε καλοσύνη. Είναι άχρηστο να συνεχίζουμε να μιλάμε για προβλήματα, να μαλώνουμε και να σκανδαλιζόμαστε – όλοι μας μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιμηθούμε τα φύλλα που καθημερινά, ανεπαίσθητα, μετατρέπουν τον βρόμικο αέρα σε καθαρό. Ο Ιησούς θέλει να είμαστε «μετατροπείς» της καλοσύνης: άνθρωποι που αναπνέουν τον ίδιο βαρύ αέρα με όλους τους άλλους, αλλά στο κακό απαντούν με καλό (πρβλ. Ρωμ. 12:21). Άνθρωποι που δρουν: μοιραζόμενοι με τους πεινασμένους το αίσθημα της αδελφοσύνης, δουλεύοντας για την δικαιοσύνη, στηρίζοντας τους φτωχούς και αποκαθιστώντας την αξιοπρέπειά τους. Όπως έκανε ο Σαμαρείτης.

Πόσο όμορφη, ευαγγελική και νεανική είναι μια Εκκλησία έτοιμη να βγει από τον εαυτό της και όπως ο Ιησούς, να διακηρύξει καλά νέα στους φτωχούς (πρβλ. Λκ 4,18). Επιτρέψτε μου να σταματήσω στο τελευταίο επίθετο: νέος. Μια Εκκλησία που σπέρνει ελπίδα είναι νέα. Μια προφητική Εκκλησία που με την παρουσία της λέει στους συντετριμμένους και παρίες του κόσμου: «Κάνε κουράγιο, ο Κύριος είναι κοντά. Και για σένα το καλοκαίρι γεννιέται στα βάθη του χειμώνα. Από τον πόνο σου μπορεί να προκύψει ελπίδα». Αδελφοί και αδελφές, ας φέρουμε αυτή την προοπτική ελπίδας στον κόσμο μας. Ας τη φέρουμε με τρυφερότητα στους φτωχούς, με εγγύτητα, με συμπόνια, χωρίς να τους κρίνουμε, γιατί θα κριθούμε. Γιατί εκεί, μαζί τους, με τους φτωχούς, είναι ο Ιησούς∙ γιατί εκεί μέσα τους είναι ο Ιησούς που μας περιμένει.