Λειτουργία

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

 

Βασιλική του Αγίου Ιωάννου του Λατερανού

   Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Στο πρώτο ανάγνωσμα, διεισδύουμε στα ενδότερα της τρυφερότητας του Θεού, ο Θεός λέει στον λαό του πόσο τον αγαπά, πόσο τον φροντίζει. Αυτό που λέει ο Θεός στον λαό του, σ’ αυτό το ανάγνωσμα από τον προφήτη Ωσηέ, κεφάλαιο 11ο, το λέει σε καθέναν από εμάς. Και θα είναι καλό να ξαναπιάσουμε αυτό το κείμενο σε μια στιγμή περισυλλογής, να αισθανθούμε την παρουσία του Θεού και ν’ ακούσουμε : « Όταν  ήσουν παιδί, σε αγάπησα· σε αγάπησα ως παιδί· σε έσωσα·  σε οδήγησα έξω από την Αίγυπτο, σε έσωσα από τη δουλεία», από τη δουλεία στην αμαρτία, από τη δουλεία στην αυτοκαταστροφή και από όλες τις δουλείες που γνωρίζει ο καθένας, που τις έχει υποστεί και που τις έχει μέσα του. «Σε έσωσα, σ’ έμαθα να περπατάς». Πόσο είναι ωραίο ν’ ακούω πως ο Θεός με διδάσκει να βαδίζω ! Ο Παντοδύναμος ταπεινώνεται και με διδάσκει να βαδίζω. Θυμάμαι αυτή τη φράση του Δευτερονομίου, όταν ο Μωυσής λέει στον λαό του : «Ακούστε – είναι τόσο ξεροκέφαλοι ! -  : πότε λοιπόν είδατε έναν θεό σε τέτοια προσέγγιση με τον λαό του, όπως ο Θεός είναι κοντά σ’ εμάς ;» Και η εγγύτητα του Θεού είναι αυτή η τρυφερότητα, με δίδαξε να βαδίζω. Χωρίς Αυτόν δεν θα ήξερα να βαδίζω εν Πνεύματι. «Και σε κρατούσα από το χέρι. Αλλά δεν κατάλαβες πως σε οδηγούσα, νόμιζες πως θα σε άφηνα μόνο». Αυτή είναι η ιστορία καθενός μας. «Σε οδηγούσα με δεσμούς ανθρώπινους, όχι με νόμους τιμωρούς». Με δεσμούς αγάπης, με πλέγματα αγάπης. Η αγάπη δένει, αλλά δένει εν ελευθερία· δένει αφήνοντάς σου χώρο για να ανταποκριθείς με αγάπη.  «΄Ημουν για σένα σαν εκείνον που ανασηκώνει ένα παιδί και το φέρνει στο μάγουλό του και το αγκαλιάζει. Κι έσκυβα και σου έδινα τροφή». Αυτή είναι η ιστορία μας, αυτή είναι τουλάχιστον η ιστορία μου. Καθένας μας μπορεί να διαβάσει στο κείμενο αυτό τη δική του ιστορία. «Πες μου, πώς θα μπορούσα να σ’ εγκαταλείψω τώρα ; Πώς θα μπορούσα να σε παραδώσω στον εχθρό ;» Στις στιγμές που φοβόμαστε, στις στιγμές της αβεβαιότητας, Εκείνος μας λέει : «Αν τα έκανα όλα αυτά για σένα, πώς μπορείς να σκεφτείς ότι θα σε άφηνα μόνο, ότι θα μπορούσα να σ’ εγκαταλείψω ;»

 

Στις ακτές της Λιβύης, οι είκοσι τρείς κόπτες μάρτυρες ήταν βέβαιοι πως ο Θεός δεν θα τους εγκατέλειπε. Και αφέθηκαν να αποκεφαλιστούν προφέροντας το όνομα του Ιησού ! Ήξεραν πως ο Θεός, την ώρα που τους έκοβαν το κεφάλι, δεν θα τους εγκατέλειπε.

«Πώς θα μπορούσα να σού φερθώ σαν να ήσουν εχθρός ; Η καρδιά μου συγκινείται μέσα μου και όλη η τρυφερότητά μου ξυπνά». Η τρυφερότητα του Θεού ξυπνά, αυτή η θερμή τρυφερότητα. Αυτός είναι ο Μοναδικός ικανός για μια θερμή τρυφερότητα. Δεν θα άφηνα ασυγκράτητο τον θυμό για τις αμαρτίες που υπάρχουν, για όλες αυτές τις ακατανοησίες, για το γεγονός της λατρείας των ειδώλων. Επειδή εγώ είμαι ο Θεός, είμαι ο Άγιος μέσα σου. Είναι μια δήλωση αγάπης ενός πατέρα στο παιδί του. Και στον καθένα μας.

Σκέπτομαι πως συχνά φοβόμαστε την τρυφερότητα του Θεού  και, για τον λόγο αυτόν, δεν την αφήνουμε να ενεργεί μέσα σ’ εμάς τους ίδιους. Για τον ίδιο λόγο τόσες φορές είμαστε σκληροί, αυστηροί, τιμητές… Είμαστε ποιμένες χωρίς τρυφερότητα. Τι μας λέει ο Ιησούς στο κεφάλαιο 15 του κατά Λουκάν Ευαγγελίου ; Μας μιλάει για τον ποιμένα που είχε 99 πρόβατα και του έλειπε ένα. Τα άφησε  καλά φυλαγμένα, κλειδωμένα, και πήγε να γυρέψει το άλλο που ήταν πιασμένο μέσα στ’ αγκάθια… Και δεν το χτύπησε, δεν το μάλωσε. Το πήρε στα χέρια του, το έσφιξε πάνω του και το φρόντισε, γιατί ήταν πληγωμένο. Εσείς κάνετε το ίδιο με τους πιστούς σας ; Όταν βλέπετε πως λείπει ένα από το κοπάδι ; Ἠ συνηθίζουμε να είμαστε μια Εκκλησία που έχει μόνο ένα πρόβατο στο κοπάδι της κι αφήνουμε τα άλλα 99 να χάνονται στα βουνά ; Όλη αυτή η τρυφερότητα σε συγκινεί ; Είσαι ένας ποιμένας προβάτων ή έγινες κάποιος που «παραφροντίζει» το μοναδικό πρόβατο που του έμεινε ; Γιατί εσύ δεν ζητάς παρά τον εαυτό σου και ξέχασες την τρυφερότητα που σου έδωσε ο Πατέρας σου, εκείνος που σου μιλάει γι’ αυτήν στο κεφάλαιο 11 του Ωσηέ. Και ξέχασες πώς δίνει κανείς τρυφερότητα. Η Καρδιά του Χριστού είναι η τρυφερότητα του Θεού. «Πώς μπορώ να σ’ αφήσω μόνο ; Πώς μπορώ να σ’ εγκαταλείψω ; Όταν είσαι μόνος, αποπροσανατολισμένος, χαμένος, έλα σ’ εμένα, και θα σε σώσω, θα σε παρηγορήσω».

Σας ζητώ σήμερα, σ’ αυτή την ευκαιρία μελέτης και προσευχής, να είστε ποιμένες με την τρυφερότητα του Θεού. Να αφήνετε το «μαστίγιο» κρεμασμένο στο σκευοφυλάκιο και να είστε ποιμένες με τρυφερότητα, το ίδιο και μ’ εκείνους που σας δημιουργούν τα περισσότερα προβλήματα.  Πρόκειται για μια χάρη. Για μια θεία χάρη. Δεν πιστεύουμε σ’ ένα Θεό αιθέριο, πιστεύουμε σε ένα Θεό που σαρκώθηκε, που έχει μια καρδιά και αυτή η καρδιά μας μιλάει το ίδιο και σήμερα : «Ελάτε σ’ εμένα. Αν είστε κατάκοποι, καταπιεσμένοι και θα σας δώσω την ανάπαυση. Αλλά να φέρεστε στους πιο μικρούς με τρυφερότητα, με την ίδια τρυφερότητα με την οποία τους φέρομαι εγώ». Αυτό μας λέει σήμερα η Καρδιά του Ιησού Χριστού, και στη διάρκεια αυτής της Λειτουργίας αυτό ακριβώς γυρεύω για σας, κι επίσης για μένα.