Μεγάλος Αδελφός

Η επικοινωνία στην οικογένεια : προνομιακός χώρος συνάντησης μέσα στη χάρη της αγάπης

 ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ-ΠΑΤΕΡΑ

 ΓΙΑ ΤΗΝ 29η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ

 ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ 

 

Το θέμα της οικογένειας βρίσκεται στο Κέντρο ενός εκκλησιαστικού στοχασμού σε βάθος και μιας συνοδικής διαδικασίας που περιέχει δύο συνόδους, μία έκτακτη - που τώρα μόλις τελέσθηκε – και μία σύνοδο τακτική που ορίσθηκε για τον προσεχή Οκτώβριο.  Μέσα σ’ αυτή τη συνάφεια, θεώρησα πρόσφορο η οικογένεια να είναι το σημείο αναφοράς του θέματος της προσεχούς παγκόσμιας Ημέρας των κοινωνικών επικοινωνιών. Η οικογένεια άλλωστε είναι ο πρώτος τόπος όπου μαθαίνουμε να επικοινωνούμε. Η επιστροφή μας σ’ αυτή την πρωταρχική στιγμή μπορεί να μας βοηθήσει τόσο να καταστήσουμε την επικοινωνία πιο αυθεντική και πιο ανθρώπινη όσο και να αντιμετωπίσουμε την οικογένεια από μια καινούργια οπτική.

 

Μπορούμε ν’ αφήσουμε τον εαυτό μας να εμπνευσθεί από την ευαγγελική εικόνα της επίσκεψης της Μαρίας στην Ελισάβετ (Λκ 1, 39-56). «Μόλις η Ελισάβετ άκουσε τον χαιρετισμό της Μαρίας, το βρέφος που ήταν στα σπλάχνα της σκίρτησε. Η Ελισάβετ γέμισε με το Άγιο Πνεύμα και φώναξε με δυνατή φωνή : ‘‘Ευλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες, και ευλογημένος ο καρπός των σπλάχνων σου’’» (στ. 41-42).

Απ’ την αρχή, αυτό το επεισόδιο μας δείχνει την επικοινωνία ως έναν διάλογο που συνδέεται με τη γλώσσα του σώματος. Πράγματι, την πρώτη απάντηση στον χαιρετισμό της Μαρίας την δίνει το παιδί που σκιρτά από χαρά στα σπλάχνα της Ελισάβετ. Ν’ αγάλλεται κανείς για τη χαρά της συνάντησης είναι κατά κάποιο τρόπο το αρχέτυπο και το σύμβολο κάθε άλλης επικοινωνίας, που το μαθαίνουμε πολύ πριν έρθουμε στον κόσμο. Τα σπλάχνα που μας φιλοξενούν είναι το πρώτο  ‘‘σχολείο’’ επικοινωνίας, καμωμένης από ακοή και σωματική επαφή, όπου αρχίζουμε να εξοικειωνόμαστε με τον εξωτερικό κόσμο σ’ ένα περιβάλλον προστατευμένο και με τον καθησυχαστικό ρυθμό των χτύπων της καρδιάς της μητέρας. Αυτή η συνάντηση δύο όντων τόσο στενά συνδεδεμένων και ακόμα τόσο ξένων μεταξύ τους, μια συνάντηση γεμάτη υποσχέσεις, είναι η πρώτη μας εμπειρία επικοινωνίας. Και είναι μια εμπειρία που μας ενώνει όλους, επειδή ο καθένας μας γεννήθηκε από μια μητέρα.

Ακόμα και μετά τη γέννηση, μένουμε κατά κάποιο τρόπο μέσα στην ‘‘κοιλιά’’ που αναπαριστά η οικογένεια. Μια κοιλιά που αποτελείται από διάφορα πρόσωπα, σε σχέση μεταξύ τους : η οικογένεια είναι ο «τόπος όπου μαθαίνουμε να ζούμε μαζί μέσα στη διαφορετικότητα» (Exhort. Apost. Evangelii gaudium,n.66). Διαφορές γένους  και γενεών, που επικοινωνούν πριν απ’ όλα για να μπορούν να δέχονται ο ένας τον άλλον, επειδή υπάρχει ένας δεσμός μεταξύ τους. Και όσο πιο ευρεία είναι η κλίμακα αυτών των σχέσεων, όσο πιο διαφορετικές είναι οι ηλικίες, τόσο πιο πλούσιο είναι το πλαίσιο της ζωής μας. Ο δεσμός αποτελεί θεμελιακό στοιχείο του λόγου, ο οποίος, με τη σειρά του, τον ενισχύει. Δεν επινοούμε τις λέξεις : μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε επειδή μας δόθηκαν. Μέσα ακριβώς στην οικογένεια μαθαίνουμε να μιλάμε τη ‘‘μητρική γλώσσα’’, δηλαδή τη γλώσσα των προγόνων μας (πρβλ. 2 Μακ 7, 25.27).  Μέσα στην οικογένεια καταλαβαίνουμε ότι άλλοι προηγήθηκαν, ότι μας έφεραν στην ύπαρξη και μας έδωσαν τη δυνατότητα με τη σειρά μας κι εμείς να δίνουμε ζωή και να κάνουμε κάτι καλό και ωραίο. Μπορούμε να δώσουμε επειδή λάβαμε, κι αυτός ο δυναμικός κύκλος βρίσκεται στην καρδιά της ικανότητας της οικογένειας να κοινωνεί τον εαυτό της και να επικοινωνεί· και, γενικότερα, είναι το παράδειγμα κάθε επικοινωνίας.

Η εμπειρία του δεσμού που ‘‘προηγείται’’ από μας κάνει επίσης την οικογένεια τη συνάφεια όπου μεταδίδεται εκείνη η θεμελιώδης μορφή επικοινωνίας που είναι η προσευχή. Όταν η μητέρα κι ο πατέρας βάζουν τα βρέφη τους να κοιμηθούν, πολύ συχνά τα εμπιστεύονται στον Θεό, ν’ αγρυπνάει πάνω τους· κι όταν αυτά είναι λίγο μεγαλύτερα, απαγγέλλουν μαζί τους απλές προσευχές, όπου θυμούνται με αγάπη κι άλλα πρόσωπα, τους παππούδες και τις γιαγιάδες, άλλα μέλη της οικογένειας, αρρώστους κι εκείνους που υποφέρουν, όλους εκείνους που περισσότερο χρειάζονται τη βοήθεια του Θεού. Έτσι, μέσα στην οικογένεια, οι περισσότεροι από εμάς  έμαθαν τη θρησκευτική διάσταση της επικοινωνίας, που, στον χριστιανισμό, είναι γεμάτη αγάπη, την αγάπη του Θεού που προσφέρεται σ’ εμάς και που την προσφέρουμε στους άλλους.

Μέσα ακριβώς στην οικογένεια αναπτύσσεται πρωτίστως η ικανότητα του εναγκαλισμού,  της αμοιβαίας υποστήριξης και συντροφικότητας, η ικανότητα ν’ αποκρυπτογραφούμε ο ένας τα βλέμματα και τις σιωπές του άλλου, να γελάμε και να κλαίμε μαζί, κι όλα αυτά ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν διάλεξαν ο ένας τον άλλον και που όμως είναι τόσο σημαντικοί ο ένας για τον άλλον· αυτό μας διευκρινίζει τι είναι πράγματι η επικοινωνία ως ανακάλυψη και οικοδομή εγγύτητας. Η σμίκρυνση των αποστάσεων, η αμοιβαία συνάντηση και υποδοχή είναι ένα κίνητρο χάριτος και χαράς : από τον χαιρετισμό της Μαρίας και από το σκίρτημα του βρέφους προκύπτει η ευλογία της Ελισάβετ και στη συνέχεια το ωραίο Μεγαλυνάριο, στο οποίο η Μαρία εγκωμιάζει το σχέδιο της αγάπης του Θεού γι’ αυτήν και για τον λαό του. Από ένα ‘‘ναι’’ που προφέρθηκε με πίστη απορρέουν συνέπειες που μας ξεπερνούν εμάς τους ίδιους και διασκορπίζονται μέσα στον κόσμο. ‘‘Επισκέπτομαι’’ σημαίνει ανοίγω τις πόρτες, όχι αποσύρομαι στα διαμερίσματά μου, σημαίνει βγαίνω, πηγαίνω προς τον άλλον. Η οικογένεια είναι λοιπόν ζωντανή όταν αναπνέει ανοίγοντας τον εαυτό της πέρα από τον εαυτό της, και οι οικογένειες που το κάνουν αυτό μπορούν να μεταδίδουν το μήνυμά τους, μήνυμα ζωής και επικοινωνίας, μπορούν να δίνουν ανακούφιση και ελπίδα στις πιο πληγωμένες οικογένειες, μπορούν να συντελούν στην αύξηση της ίδιας της Εκκλησίας, που είναι η οικογένεια των οικογενειών, η κατ’ εξοχήν οικογένεια.

Η οικογένεια είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο τόπος όπου, ζώντας μαζί την καθημερινότητα, βιώνουμε τα δικά μας τα όρια  όπως και τα όρια των άλλων, τα μικρά και τα μεγάλα προβλήματα της συνύπαρξης, της αμοιβαίας συνεννόησης. Η τέλεια οικογένεια δεν υπάρχει, αλλά δεν πρέπει να φοβόμαστε την ατέλειά μας, το πόσο εύθραυστοι είμαστε, δηλαδή δεν πρέπει να φοβόμαστε τις συγκρούσεις· πρέπει να μάθουμε να τις αντιμετωπίζουμε εποικοδομητικά. Έτσι η οικογένεια, όπου αγαπιόμαστε παρά τα όριά μας και τις αμαρτίες μας, γίνεται ένα σχολείο συγγνώμης. Η συγγνώμη είναι μια επικοινωνία δυναμική, μια επικοινωνία που φθείρεται και σπάει αλλά η οποία, μέσω της μετάνοιας όταν αυτή εκφράζεται και γίνεται αποδεκτή, μπορεί να ενωθεί και πάλι και να αυξηθεί. Ένα παιδί που μέσα στην οικογένεια μαθαίνει να ακούει τους άλλους, να μιλάει με σεβασμό προς τους άλλους, εκφράζοντας την άποψή του χωρίς να αρνείται την άποψη του άλλου, θα είναι μέσα στην κοινωνία ένα εποικοδομητικό στοιχείο διαλόγου και συμφιλίωσης.

Σχετικά με τα όρια της επικοινωνίας, οι οικογένειες με παιδιά που υποφέρουν από μία ή περισσότερες αναπηρίες έχουν πολλά να μας διδάξουν. Η κινητική, αισθητηριακή ή νοητική ανεπάρκεια, επιφέρει πάντοτε την τάση του αυτοεγκλεισμού· αλλά μπορεί να γίνει, χάρη στην αγάπη των γονέων, των αδελφών και άλλων φίλων, μια παρόρμηση για άνοιγμα, για μοίρασμα, για επικοινωνία με τρόπο που να περιλαμβάνει και τους άλλους · και μπορεί να βοηθήσει το σχολείο, την ενορία, τις εταιρίες να είναι πιο δεκτικές προς όλους, χωρίς να αποκλείουν κανέναν.

Στη συνέχεια, μέσα σ’ έναν κόσμο όπου τόσο συχνά καταριόμαστε, κακολογούμε, σπέρνουμε ζιζάνια, όπου το κουτσομπολιό μολύνει το ανθρώπινο περιβάλλον μας, η οικογένεια μπορεί να γίνει ένα σχολείο της επικοινωνίας ως ευλογίας. Κι αυτό, ακόμα κι εκεί όπου μοιάζει να επικρατεί αναπόφευκτα το μίσος και η βία, όταν οι οικογένειες χωρίζονται από τοίχους πέτρινους ή από τοίχους όχι λιγότερο αδιαπέραστους από προκαταλήψεις και μνησικακίες, όταν θα υπήρχαν πολλοί λόγοι να πει κανείς ‘‘ τώρα φτάνει πια’’ · πραγματικά, να ευλογεί κανείς αντί να καταριέται, να επισκέπτεται αντί να απορρίπτει, να υποδέχεται αντί να πολεμά είναι ο μόνος τρόπος να συντριβεί το ελατήριο του κακού, ώστε να δώσουμε τη μαρτυρία μας ότι το καλό είναι πάντα εφικτό  και για να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά στην αδελφοσύνη.

Σήμερα, τα πιο σύγχρονα μέσα μαζικής επικοινωνίας, που για τους νεότερους είναι στο εξής απαραίτητα, μπορούν τόσο να εμποδίσουν όσο και να βοηθήσουν αυτή την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια και μεταξύ οικογενειών. Μπορούν να την εμποδίσουν όταν γίνονται ένα μέσο κατάργησης της δυνατότητας ν’ ακούει ο ένας τον άλλον, ένα μέσο απομόνωσης από την φυσική παρουσία του άλλου, με τον κορεσμό κάθε στιγμής σιωπής και αναμονής, ξεχνώντας ότι «η σιωπή αποτελεί ολοκληρωτικό μέρος της επικοινωνίας και χωρίς αυτήν κανένας λόγος πλούσιος σε νόημα δεν μπορεί να υπάρξει.»(Βενέδικτος 16ος , Μήνυμα για τις κοινωνικές επικοινωνίες  Παγκόσμια Ημέρα Κοινωνικών Επικοινωνιών, 24.01.2012). Μπορούν να την ευνοήσουν αν βοηθούν τους ανθρώπους να μιλούν και να μοιράζονται λόγους και πράγματα, να μένουν σε επαφή με τους απομακρυσμένους, να ευχαριστούν και να ζητούν συγγνώμη, να καθιστούν πάλι και πάντα δυνατή τη συνάντηση. Ανακαλύπτοντας κάθε μέρα και πάλι αυτό το ζωτικό κέντρο που είναι η συνάντηση, αυτή «η ζωντανή αρχή», θα μπορούμε να προσανατολίζουμε τη σχέση μας με τη βοήθεια των μέσων της τεχνολογίας μάλλον παρά να αφηνόμαστε να μας οδηγούν αυτά. Και στον τομέα αυτόν ακόμα, οι γονείς είναι οι πρώτοι εκπαιδευτές. Αλλά δεν πρέπει ν’ αφήνονται μόνοι· η χριστιανική κοινότητα καλείται να είναι στο πλευρό τους για να μάθουν να διδάσκουν τα παιδιά να ζουν σ’ έναν κόσμο επικοινωνίας, σύμφωνα με τα κριτήρια της αξιοπρέπειας του ανθρώπινου προσώπου και του κοινού καλού.

Η πρόκληση που παρουσιάζεται σ’ εμάς σήμερα είναι, λοιπόν, να ξαναμάθουμε να μιλάμε, όχι απλώς να παράγουμε και να καταναλώνουμε πληροφόρηση. Προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση μας σπρώχνουν τα ισχυρά και επιτηδευμένα μέσα της σύγχρονης επικοινωνίας. Η πληροφόρηση είναι σημαντική, αλλά δεν είναι αρκετή, επειδή πολύ συχνά απλοποιεί, αντιπαραθέτει τις διαφορές και τις ποικίλες απόψεις προκαλώντας να πάρει κανείς θέση για τη μία ή για την άλλη, αντί να προτρέπει σε μια συνολική άποψη. 

 Η οικογένεια επιτέλους δεν είναι ένα αντικείμενο που πάνω του να ρίχνει κανείς επικοινωνιακές απόψεις, ή ένα γήπεδο όπου επιδίδεται κανείς σε ιδεολογικές μάχες, αλλά είναι ένα περιβάλλον όπου μαθαίνει κανείς να επικοινωνεί με εγγύτητα, και είναι ένα υποκείμενο που επικοινωνεί, είναι μια ‘‘επικοινωνούσα κοινότητα’’. Μια κοινότητα που ξέρει να συνοδεύει, να γιορτάζει και να προκαλεί καρποφορία. Με την έννοια αυτή, είναι δυνατόν να αποκατασταθεί μια θεώρηση ικανή να αναγνωρίσει ότι η οικογένεια εξακολουθεί να είναι μια μεγάλη πλουτοπαραγωγική πηγή, και όχι απλώς ένα πρόβλημα ή ένας θεσμός σε κρίση. Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας έχουν την τάση να παρουσιάζουν κάποτε την οικογένεια σαν να επρόκειτο για ένα αφηρημένο πρότυπο για αποδοχή ή απόρριψη, για υποστήριξη ή για εναντίωση, και όχι για μια συγκεκριμένη πραγματικότητα για βίωση· ή σαν να επρόκειτο για μια ιδεολογία του ενός ενάντια στον άλλον, μάλλον παρά για τον τόπο όπου όλοι μαθαίνουμε  τι σημαίνει να επικοινωνούμε μέσα στην αγάπη που παίρνουμε και που δίνουμε. Να μιλάμε σημαίνει ακριβώς να καταλαβαίνουμε ότι οι ζωές μας είναι υφασμένες σ’ έναν και μόνο ενωτικό ιστό, ότι οι φωνές είναι πολλαπλές και ότι καθένας είναι αναντικατάστατος,

 Η οικογένεια η πιο ωραία, που είναι πρωταγωνιστική και όχι προβληματική, είναι εκείνη που ξέρει να επικοινωνεί, ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ομορφιάς και του πλούτου της σχέσης ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, και ανάμεσα σε γονείς και παιδιά. Δεν αγωνιζόμαστε να υποστηρίξουμε το παρελθόν, αλλά εργαζόμαστε με υπομονή και εμπιστοσύνη, σε όλα τα περιβάλλοντα όπου κατοικούμε καθημερινά, για να χτίσουμε το μέλλον.

Από το Βατικανό, 23 Ιανουαρίου 2015

Παραμονή της γιορτής του αγίου Φραγκίσκου της Sales

                                                        Φραγκίσκος