ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ 

(28-30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014)

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

Πατριαρχική Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, Κωνσταντινούπολη 

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

        Παναγιώτατε, αγαπητέ αδελφέ Βαρθολομαίε,

Όταν ήμουν Αρχιεπίσκοπος του Μπουένος Άιρες, λάμβανα συχνά μέρος στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας των Ορθόδοξων κοινοτήτων της περιοχής. Σήμερα, ο Κύριος μου προσέφερε τη μοναδική  χάρη να είμαι παρών σ’ αυτή την Πατριαρχική Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για την τέλεση του εορτασμού του αγίου Αποστόλου Ανδρέα, του πρωτόκλητου, του αδερφού του Αγίου Πέτρου, και Προστάτη Αγίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 

 

Συναντώντας ο ένας τον άλλον, κοιτώντας ο ένας τον άλλον πρόσωπο με πρόσωπο, ανταλλάσοντας τον εναγκαλισμό της ειρήνης, και προσευχόμενοι ο ένας για τον άλλον, όλα αυτά είναι ουσιώδη στοιχεία της πορείας μας προς την αποκατάσταση  πλήρους κοινωνίας. Όλα αυτά προηγούνται και συνοδεύουν πάντα εκείνο το άλλο σημαντικό στοιχείο αυτής της πορείας, δηλαδή, τον θεολογικό διάλογο. Ένας αυθεντικός διάλογος είναι, σε κάθε περίπτωση, μία συνάντηση μεταξύ προσώπων με ένα όνομα, ένα πρόσωπο, ένα παρελθόν, και όχι απλώς μία αντιπαράθεση ιδεών.  

Αυτό είναι αλήθεια ειδικά για μας τους Χριστιανούς, επειδή για εμάς η αλήθεια είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Το παράδειγμα του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος μαζί με έναν άλλο μαθητή αποδέχθηκε την πρόσκληση του Θείου Δασκάλου, «Έλα και δες», και «έμειναν με αυτόν εκείνη την ημέρα» (Ιωάννης 1:39), μας δείχνει ξεκάθαρα ότι η χριστιανική ζωή είναι μια προσωπική εμπειρία, μια μεταμορφωτική συνάντηση με τον Έναν που μας αγαπάει και που θέλει να μας σώσει. Επιπρόσθετα, το χριστιανικό μήνυμα   εξαπλώνεται χάρη  στους άντρες και στις γυναίκες που αγαπούν τον Χριστό, και που δεν μπορούν να κάνουν  τρόπο αλλιώς παρά να διαδίδουν τη χαρά από το γεγονός ότι ο Χριστός τους αγάπησε και τους έσωσε. Εδώ πάλι, το παράδειγμα του Αποστόλου Ανδρέα είναι διαφωτιστικό. Αφού ακολούθησε τον Ιησού στο σπίτι του και πέρασε κάποιο χρόνο μαζί του, ο Ανδρέας «πρώτα συνάντησε τον αδερφό του τον Σίμωνα, και του είπε, ‘Βρήκαμε τον Μεσσία’ (που σημαίνει Χριστός). Τον έφερε στον Ιησού» (Ιωάννης 1:40-42). Είναι ξεκάθαρο, άρα, ότι ούτε  ο ίδιος ο διάλογος μεταξύ Χριστιανών δεν μπορεί να εξαιρεθεί από αυτή τη λογική της προσωπικής συνάντησης.      

Δεν είναι συμπτωματικό ότι το μονοπάτι της συμφιλίωσης και της ειρήνης μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων είχε, κατά κάποιο τρόπο, ξεκινήσει με μία συνάντηση, με έναν εναγκαλισμό μεταξύ των σεβαστών προκατόχων μας, του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Παύλου του 6ου, που έλαβε χώρα 50 χρόνια πριν στην Ιερουσαλήμ. Η Αγιότητά σου και εγώ ευχηθήκαμε να γιορτάσουμε την επέτειο εκείνης της στιγμής όταν συναντηθήκαμε πρόσφατα στην ίδια πόλη, όπου ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός πέθανε και αναστήθηκε. 

Από ευτυχή συγκυρία, η επίσκεψή μου πέφτει μερικές μέρες ύστερα από την πεντηκονταετή επέτειο της δημοσίευσης του   Unitatis Redinte gratio , Διατάγματος της Δεύτερης Βατικανής περί Χριστιανικής Ενότητας.  Αυτό είναι ένα θεμελιώδες έγγραφο, το οποίο άνοιξε νέες λεωφόρους για την συνάντηση μεταξύ Καθολικών και των αδερφών τους από τις άλλες Εκκλησίες και τις εκκλησιαστικές κοινότητες.     

Πιο συγκεκριμένα, σ’ αυτό το Διάταγμα η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζει ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες «κατέχουν αληθινά μυστήρια, και  πάνω από όλα – λόγω αποστολικής διαδοχής – την ιεροσύνη και την Ευχαριστία, και γι’ αυτό εξακολουθούν να είναι ενωμένες μαζί μας με την πιο στενή οικειότητα» (15). Το Διάταγμα συνεχίζει δηλώνοντας ότι για να διαφυλάξουμε πιστά την πληρότητα της Χριστιανικής παράδοσης και για να φέρουμε σε ολοκλήρωση την συμφιλίωση Ανατολικών και Δυτικών Χριστιανών, είναι μέγιστης σημασίας να διατηρήσουμε και να υποστηρίξουμε την πλούσια κληρονομιά των Ανατολικών Εκκλησιών. Αυτό δεν αφορά μόνο τις λειτουργικές και πνευματικές παραδόσεις, αλλά επίσης τις κανονικές διατάξεις, όπως είναι καθιερωμένες από τους Πατέρες και τις Συνόδους, που ρυθμίζουν τη ζωή αυτών των Εκκλησιών (cf 15-16).

Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να επαναδιαβεβαιώσουμε τον σεβασμό σε αυτή την αρχή ως ουσιώδη, αμοιβαία αποδεκτό όρο,  για την αποκατάσταση την πλήρους κοινωνίας, η οποία δεν σημαίνει την υποταγή  της μίας στην άλλη, ή την αφομοίωση. Περισσότερο, δηλώνει το ευπρόσδεκτο όλων των δώρων που ο Θεός έχει προσφέρει στην καθεμιά, καταδεικνύοντας έτσι στον κόσμο ολόκληρο το μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας που πραγματοποιήθηκε από τον Χριστό, τον Κύριο, δια του Αγίου Πνεύματος. Θέλω να διαβεβαιώσω  καθέναν από εσάς εδώ ότι, για να επιτευχθεί ο επιθυμητός στόχος της πλήρους ενότητας, η Καθολική Εκκλησία δεν σκοπεύει να θέσει κανέναν όρο  εκτός του όρου της κοινής ομολογίας πίστεως. Επιπλέον, θα ήθελα να προσθέσω ότι είμαστε έτοιμοι να αναζητήσουμε από κοινού, υπό το φως της Βιβλικής διδασκαλίας και της εμπειρίας της πρώτης χιλιετίας, τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να εγγυηθούμε την απαιτούμενη ενότητα της Εκκλησίας στις παρούσες περιστάσεις. Το μόνο πράγμα που η Καθολική Εκκλησία επιθυμεί, και που εγώ επιδιώκω ως Επίσκοπος Ρώμης , « της Εκκλησίας που προΐσταται σε έργα αγάπης», είναι η κοινωνία με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Μια τέτοια κοινωνία θα είναι πάντοτε ο καρπός εκείνης της αγάπης, που «έχει διεισδύσει στις καρδιές μας διά του Αγίου Πνεύματος που μας έχει δοθεί» ( Ρωμαίους 5:5), μία αδελφική αγάπη που εκφράζει τον πνευματικό και υπερβατικό δεσμό που μας ενώνει ως μαθητές του Κυρίου.                 

Στον σημερινό κόσμο, υψώνονται φωνές, που δεν μπορούμε να τις αγνοούμε και οι οποίες εκλιπαρούν τις Εκκλησίες μας να βιώσουμε βαθιά την ταυτότητά μας ως μαθητών του Κυρίου Ιησού Χριστού.  

Η πρώτη από αυτές τις φωνές είναι  η φωνή των φτωχών. Στην υφήλιο, υπάρχουν πάρα πολλές γυναίκες και άντρες που υποφέρουν από σοβαρό υποσιτισμό ,από  την αυξανόμενη ανεργία, τον ανοδικό αριθμό άνεργης νεολαίας, και από αυξανόμενο κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτά μπορούν να ανεβάσουν την εγκληματική δραστηριότητα ακόμα και την στρατολόγηση τρομοκρατών. Δεν μας επιτρέπεται να παραμένουμε αδιάφοροι μπροστά στις  κραυγές  των αδερφών μας. Εκείνοι μας ζητάνε όχι μόνο  υλική βοήθεια – απαραίτητη σε τόσο πολλές περιπτώσεις – αλλά πάνω από όλα, την βοήθειά μας να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους ως ανθρώπινα πρόσωπα, έτσι ώστε να μπορέσουν να βρουν την πνευματική ενέργεια να γίνουν και πάλι πρωταγωνιστές της ζωής τους. Μας ζητούν να πολεμήσουμε, κάτω από το φως του Ευαγγελίου, τις δομικές αιτίες της φτώχειας: την ανισότητα, την έλλειψη αξιοπρεπούς εργασίας και διαμονής, και την άρνηση άσκησης των δικαιωμάτων τους ως  μελών της κοινωνίας και ως εργαζομένων. Ως Χριστιανοί καλούμαστε από κοινού να εξαλείψουμε εκείνη την παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας, που σήμερα μοιάζει να   ασκεί την ύψιστη κυριαρχία,  και ταυτόχρονα να χτίσουμε ένα νέο πολιτισμό αγάπης και αλληλεγγύης.     

Μία δεύτερη έκκληση έρχεται από τα θύματα των συγκρούσεων σε  τόσο πολλά σημεία του πλανήτη μας . Ακούμε αυτόν τον απόηχο κι εδώ , επειδή ορισμένα γειτονικά κράτη φοβούνται έναν απάνθρωπο και βάναυσο πόλεμο. Αναλογίζομαι ιδιαίτερα τα πολυάριθμα θύματα της τερατώδους και παράλογης επίθεσης που πρόσφατα σκότωσε και τραυμάτισε τόσο πολλούς Μουσουλμάνους, που προσεύχονταν σε ένα Τέμενος στο Κάνο της Νιγηρίας. Η στέρηση της ειρήνης από ένα  λαό, η διενέργεια κάθε πράξης βίας – ή η συναίνεση σε τέτοιες πράξεις – ειδικά όταν κατευθύνονται ενάντια στους πιο αδύναμους και ανυπεράσπιστους, είναι μία ιδιαιτέρως βαριά αμαρτία έναντι του Θεού, καθώς εκδηλώνει περιφρόνηση για την εικόνα του Θεού, που βρίσκεται στον άνθρωπο. Το κλάμα των θυμάτων των συγκρούσεων μας ωθεί να κινηθούμε επειγόντως πάνω στο μονοπάτι της συμφιλίωσης και της κοινωνίας μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων. Πράγματι, πώς μπορούμε αξιόπιστα να διακηρύττουμε το Ευαγγέλιο της ειρήνης που πηγάζει από τον Χριστό, αν εξακολουθεί να υφίσταται αντιπαλότητα και διαφωνία μεταξύ μας; (Παύλος 6ος, Evangelii Nuntiandi, 77)             

Μια τρίτη κραυγή που μας προκαλεί  είναι η κραυγή των νέων ανθρώπων. Σήμερα, τραγικά, υπάρχουν πολλοί νέοι και νέες που ζουν δίχως ελπίδα, νικημένοι από την δυσπιστία και την παραίτηση. Πολλοί από τους νέους, επηρεασμένοι από την επικρατούσα κουλτούρα, αναζητούν την ευτυχία μόνο  στην απόκτηση υλικών αγαθών και  στην ικανοποίηση των πρόσκαιρων συγκινήσεών τους. Οι νέες γενιές δεν θα μπορέσουν ποτέ  να αποκτήσουν πραγματική σοφία και να διατηρήσουν την ελπίδα ζωντανή  αν δεν καταφέρουμε να εκτιμήσουμε και να μεταδώσουμε τον πραγματικό ανθρωπισμό που πηγάζει από το Ευαγγέλιο και από την μακρόχρονη εμπειρία  της Εκκλησίας. Είναι ειδικά η νεολαία που μας εκλιπαρεί σήμερα να επιτελέσουμε πρόοδο προς την πλήρη κοινωνία. Σκέπτομαι για παράδειγμα τους πολλούς Ορθόδοξους, Καθολικούς και Προτεστάντες νέους που μαζεύονται σε συναθροίσεις οργανωμένες από την κοινότητα του Ταιζέ (στη Γαλλία). Το κάνουν όχι επειδή αγνοούν τις διαφορές που εξακολουθούν να μας χωρίζουν, αλλά επειδή μπορούν να δουν πέρα από  αυτές , επειδή μπορούν να δεχτούν αυτό που είναι ουσιώδες και που ήδη μας ενώνει.      

Αγαπητέ αδελφέ, πολυαγαπημένε αδελφέ, είμαστε ήδη στον δρόμο, στο μονοπάτι προς την πλήρη κοινωνία και ήδη μπορούμε να αισθανθούμε τα εύγλωττα σημάδια μιας αυθεντικής αν και ημιτελούς, ένωσης. Αυτό μας προσφέρει μια  εκ νέου διαβεβαίωση και μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε αυτή την πορεία. Είμαστε βέβαιοι ότι  στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού βοηθιόμαστε από την μεσολάβηση του Αποστόλου Ανδρέα και του αδερφού του Πέτρου, που προκύπτει από την παράδοση ότι είναι οι ιδρυτές των Εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης και της Ρώμης. Παρακαλούμε τον Θεό για το ύψιστο δώρο της πλήρους ενότητας, και για την ικανότητα να το δεχτούμε στη ζωή  μας. Ας μην λησμονούμε ποτέ να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλον.