ΣΤΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ  ΚΟΡΕΑΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ 6ΗΣ  ΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ   (13-18 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014)

 

     Ιερός Ναός του Haemi

                                          Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Θα ήθελα να σας απευθύνω έναν αδελφικό και εγκάρδιο χαιρετισμό στο όνομα του Κυρίου, ενώ είμαστε συγκεντρωμένοι σ’ αυτόν τον ιερό τόπο, όπου πολλοί χριστιανοί έδωσαν τη ζωή τους από πιστότητα στον Χριστό. Μου έλεγαν πως υπάρχουν ανώνυμοι μάρτυρες, επειδή δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους :  είναι άγιοι χωρίς όνομα. Αλλά αυτό μου φέρνει στη σκέψη τόσους και τόσους χριστιανούς αγίους, στις εκκλησίες μας : παιδιά, νέους, άνδρες, γυναίκες, ηλικιωμένους… τόσο πολλούς! Δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους, αλλά είναι άγιοι. Μας κάνει καλό να σκεφτόμαστε αυτούς τους απλούς ανθρώπους που ζουν τη χριστιανική τους ζωή· μόνο ο Κύριος γνωρίζει την αγιότητά τους. Η μαρτυρία της αγάπης τους έφερε χάριτες και ευλογίες στην Εκκλησία της Κορέας όπως και πέραν ων συνόρων της : είθε οι δικές τους προσευχές  να μας βοηθούν να είμαστε πιστοί ποιμένες των ψυχών που είναι εμπιστευμένες στη μέριμνά μας. Ευχαριστώ τον καρδινάλιο Gracias για το φιλοφρονητικό του καλωσόρισμα και για την εργασία που γίνεται από την Ένωση των Επισκοπικών Επιτροπών της Ασίας δίνοντας ώθηση στην αλληλεγγύη και προάγοντας την ποιμαντική δράση στις τοπικές Εκκλησίες.

Σ’ αυτή την απέραντη ήπειρο, όπου υπάρχει μεγάλη ποικιλία πολιτισμών, η Εκκλησία καλείται να παρουσιάζει ποικιλομορφία και δημιουργικότητα στη μαρτυρία που δίνει για το Ευαγγέλιο, χάριν του διαλόγου και του ανοίγματος προς όλους. Αυτή είναι η πρόκληση για σας ! Πράγματι , ο διάλογος αποτελεί ουσιώδες μέρος της αποστολής της Εκκλησίας στην Ασία (cf. Ecclesia in Asia,n.29). Αλλά αναλαμβάνοντας την οδό του διαλόγου με τα πρόσωπα και με τους πολιτισμούς, ποια πρέπει να είναι η αφετηρία μας και ποιο το θεμελιώδες σημείο αναφοράς μας που θα μας οδηγήσουν στον σκοπό μας ; Ασφαλώς , είναι η δική μας ταυτότητα, η ταυτότητά μας ως χριστιανών. Δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε έναν αληθινό διάλογο αν δεν έχουμε συνείδηση της ταυτότητάς μας. Από το μηδέν, από το τίποτα, από την ομίχλη της συνείδησης του εαυτού μας δεν μπορούμε να διαλεχθούμε, δεν μπορούμε να αρχίσουμε ένα διάλογο. Και, εξάλλου, δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικός διάλογος αν δεν είμαστε ικανοί ν’ ανοίξουμε το πνεύμα και την καρδιά μας, με τη δυνατότητα να έρθουμε στη θέση εκείνων με τους οποίους μιλάμε και να τους δεχτούμε ειλικρινά. Πρόκειται για μια προσοχή, και στην προσοχή το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί. Μια σαφής έννοια της ιδιαίτερης ταυτότητας του καθενός και μια ικανότητα να ερχόμαστε στη θέση του άλλου αποτελούν την αφετηρία κάθε διαλόγου. Αν θέλουμε να επικοινωνούμε ελεύθερα, ανοιχτά και αποτελεσματικά με τους άλλους, οφείλουμε να έχουμε καθαρή επίγνωση του τι είμαστε, τι έχει κάνει ο Θεός για μας και τι περιμένει από εμάς. Και αν η επικοινωνία μας δεν θέλει να είναι μονόλογος, πρέπει να υπάρχει άνοιγμα του πνεύματος και της καρδιάς για να δεχόμαστε τα πρόσωπα και τους πολιτισμούς· χωρίς φόβο : ο φόβος είναι εχθρός αυτών των ανοιγμάτων. 

Η προσπάθεια ωστόσο να οικειωθούμε την ταυτότητά μας και να την εκφράζουμε δεν εμφανίζεται πάντα εύκολη, αφού, όντας αμαρτωλοί, θα έχουμε πάντα τον πειρασμό του κοσμικού πνεύματος που εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Θα ήθελα να επισημάνω τρεις : Ο πρώτος είναι η απατηλή υποτίμηση του σχετικισμού, ο οποίος συσκοτίζει τη λάμψη της αλήθειας και, μετακινώντας τη γη κάτω από τα πόδια μας, μας κάνει να προχωρούμε προς μετακινούμενες άμμους, τις μετακινούμενες άμμους της σύγχυσης και της απελπισίας. Είναι ένας πειρασμός που στον σημερινό κόσμο επηρεάζει ακόμα και τις χριστιανικές κοινότητες, οδηγώντας τους ανθρώπους να ξεχνούν ότι «κάτω από όλες τις αλλαγές , πολλά πράγματα παραμένουν εκείνα που το έσχατο θεμέλιό τους είναι ο Χριστός, χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Gaudium et spes,n.10; cf.He 13,8). Δεν μιλώ εδώ  για τον σχετικισμό με την έννοια απλώς ενός συστήματος της σκέψης, αλλά για εκείνον τον πρακτικό, καθημερινό σχετικισμό που, σχεδόν ανεπαίσθητα, αποδυναμώνει κάθε ταυτότητα. 

Ένας δεύτερος τρόπος με τον οποίον ο κόσμος απειλεί τη στερεότητα της χριστιανικής μας ταυτότητας είναι η επιπολαιότητα : η τάση να παίζουμε με τα μοντέρνα πράγματα, τα gadgets  και τις ψυχαγωγίες μάλλον παρά με την αφιέρωσή μας στα πράγματα που αξίζουν πραγματικά ( Φιλ 1,10). Σ’ ένα πολιτισμό που εκθειάζει τα εφήμερα και προσφέρει αμέτρητους  τρόπους διασκέδασης και φυγής,

αυτό είναι ένα σοβαρό ποιμαντικό πρόβλημα. Στους λειτουργούς της Εκκλησίας, αυτή η επιπολαιότητα μπορεί επίσης να εκδηλώνεται στον εκστασιασμό τους από τα ποιμαντικά προγράμματα και τις θεωρίες, σε βάρος της άμεσης και αποτελεσματικής συνάντησης με τους πιστούς μας – όπως και μ’ εκείνους που δεν είναι πιστοί – ειδικά τους νέους που έχουν ανάγκη από μια στέρεη κατήχηση και από έναν βέβαιο πνευματικό προσανατολισμό.  Χωρίς να είμαστε ριζωμένοι στον Χριστό, οι αλήθειες για τις οποίες ζούμε καταλήγουν να παρουσιάσουν ρωγμές, η εφαρμογή των αρετών γίνεται τυπική και ο διάλογος καταλήγει σε μια μορφή διαπραγμάτευσης ή σε μια συμφωνία ότι διαφωνούμε. Αυτή η συμφωνία για τη διαφωνία… με σκοπό τίποτα να μην κινείται... Αυτή η επιπολαιότητα που μας κάνει τόσο κακό.

Υπάρχει στη συνέχεια ένας τρίτος πειρασμός, είναι η φαινομενική ασφάλεια που κρύβεται πίσω από εύκολες απαντήσεις, προκατασκευασμένες φράσεις, νόμους και κανόνες. Ο Ιησούς πολέμησε επανειλημμένα τα πρόσωπα που κρύβονταν πίσω από τους νόμους, τους κανόνες, τις εύκολες απαντήσεις… Τους αντιμετώπισε ως υποκριτές. Η πίστη, από τη φύση της, δεν επικεντρώνεται στον εαυτό της, η πίστη τείνει να ‘‘φεύγει προς τα έξω’’. Επιδιώκει να γίνεται κατανοητή, προκαλεί τη γέννηση της μαρτυρίας, παράγει την ιεραποστολή. Με την έννοια αυτή, η πίστη μας δίνει την ικανότητα να είμαστε θαρραλέοι και ταυτόχρονα ταπεινοί όταν δίνουμε μαρτυρία για την ελπίδα και την αγάπη. Ο απόστολος Πέτρος μας λέει ότι πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να δώσουμε τη σωστή απάντηση σε όλους όσοι μας ζητούν να  δικαιολογήσουμε τη χριστιανική μας ελπίδα (Α’ Πε 3, 15). Η χριστιανική μας ταυτότητα συνίσταται τελικά στη στράτευσή μας να λατρεύουμε μόνο τον Θεό και να έχουμε αγάπη μεταξύ μας, να υπηρετούμε ο ένας τον άλλον και να δείχνουμε με το παράδειγμά μας, όχι μόνο σε τι πιστεύουμε, αλλά επίσης σε τι ελπίζουμε και ποιος είναι Εκείνος τον οποίον εμπιστευόμαστε (Β’ Τιμ 1, 12).

Συμπερασματικά, η ζωντανή πίστη μας στον Χριστό είναι εκείνη που αποτελεί τη βαθύτερη ταυτότητά μας, δηλ το γεγονός ότι είμαστε ριζωμένοι στον Κύριο. Αν υπάρχει αυτό, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Από αυτή τη βαθιά ταυτότητα, τη ζωντανή πίστη στον Χριστό στην οποία είμαστε ριζωμένοι, από αυτή τη βαθιά πραγματικότητα ξεκινάει ο  διάλογος, και αυτή την ταυτότητα καλούμαστε να μοιραστούμε ειλικρινά, τίμια, χωρίς έπαρση, μέσα από τον διάλογο της καθημερινής ζωής, τον διάλογο της αγάπης και σε όλες τις πιο τυπικές ευκαιρίες που μπορεί να παρουσιαστούν. Αφού ο Χριστός είναι η ζωή μας (Φιλ 1, 21), ας μιλάμε γι’ αυτόν χωρίς δισταγμό και χωρίς φόβο. Η απλότητα του λόγου του γίνεται προφανής μέσα από την απλότητα της ζωής μας, την απλότητα του τρόπου επικοινωνίας μας, την απλότητα των έργων μας προσφοράς υπηρεσίας και αγάπης προς τους αδελφούς και τις αδελφές μας.

Θα ήθελε τώρα να αναφερθώ σ’ ένα άλλο στοιχείο της χριστιανικής μας ταυτότητας : αυτή η ταυτότητα είναι γόνιμη. Αφού συνεχώς γεννιέται και τρέφεται από τη χάρη του διαλόγου μας με τον Κύριο και από την προτροπή του Πνεύματος, φέρνει καρπούς δικαιοσύνης, καλοσύνης και ειρήνης. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να σας ρωτήσω σχετικά με τους καρπούς που η χριστιανική σας ταυτότητα φέρνει στη ζωή σας και στη ζωή των κοινοτήτων που έχουν ανατεθεί στην ποιμαντική σας μέριμνα. Η χριστιανική ταυτότητα της Εκκλησίας του καθενός σας εκδηλώνεται εμφανώς στα προγράμματά σας κατήχησης και ποιμαντικής των νέων, στις υπηρεσίες που προσφέρετε στους φτωχούς και σε όσους φθίνουν στο περιθώριο των πλούσιων κοινωνιών μας, εκδηλώνεται στις προσπάθειές σας προώθησης των κλήσεων στο ιερατείο και στον μοναχισμό ; Η χριστιανική ταυτότητα των Εκκλησιών σας εμφανίζεται σ’ αυτή τη γονιμότητα ; Είναι μια ερώτηση που θέτω, και καθένας σας μπορεί να σκεφτεί πάνω σ’ αυτήν. 

Τέλος, μαζί με μια σαφή έννοια της δικής μας χριστιανικής ταυτότητας, ο αυθεντικός διάλογος απαιτεί επίσης μια ικανότητα να έρχεστε στη θέση του άλλου. Για να υπάρξει διάλογος, πρέπει να υπάρχει αυτή η ικανότητα. Η πρόκληση που έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε είναι να μην περιοριζόμαστε ν’ ακούμε τα λόγια που προφέρουν οι άλλοι, αλλά να συλλαμβάνουμε την μη εκφρασμένη επικοινωνία των εμπειριών τους, των ελπίδων τους, των οραματισμών τους, των δυσκολιών τους και των θεμάτων που περισσότερο τους ενδιαφέρουν και τους απασχολούν. Μια τέτοια ικανότητα πρέπει να είναι ο καρπός του πνευματικού μας βλέμματος και της προσωπικής μας εμπειρίας, που μας οδηγεί να βλέπουμε τους άλλους ως αδελφούς και αδελφές, και να ‘‘ακούμε’’, μέσα και πέρα από τα λόγια και τις πράξεις τους, αυτό που η καρδιά τους επιθυμεί να μεταδώσει με την επικοινωνία. Με την έννοια αυτή, ο διάλογος απαιτεί  από εμάς ένα αυθεντικό ‘‘θεωρητικό’’ πνεύμα : θεωρητικό πνεύμα ανοίγματος και υποδοχής του άλλου. Δεν μπορώ να διαλεχθώ αν είμαι κλειστός στον άλλον. Άνοιγμα ; Ακόμα καλύτερα : υποδοχή !  Έλα σ’ εμένα, εσύ, μέσα στην καρδιά μου. Η καρδιά μου σε υποδέχεται. Θέλει να σ’ ακούσει. Αυτή η ικανότητα να ερχόμαστε στη θέση του άλλου μας εξασφαλίζει έναν αληθινό ανθρώπινο διάλογο, στη διάρκεια του οποίου λόγια, ιδέες και ερωτήματα ξεπηδούν από μια αδελφική και ανθρώπινη εμπειρία την οποία μοιραζόμαστε. Αν θέλουμε να πάμε στη θεολογική θεμελίωση αυτής της πρότασης, ας πάμε στον Πατέρα : αυτός μας δημιούργησε όλους. Είμαστε τα παιδιά ενός και του ίδιου Πατέρα. Αυτή η ικανότητα να ερχόμαστε στη θέση του άλλου οδηγεί σε μια αυθεντική συνάντηση – πρέπει να προχωρήσουμε προς αυτό τον πολιτισμό της συνάντησης – κατά την οποία η καρδιά μιλάει στην καρδιά. Πλουτίζουμε από τη σοφία του άλλου και γινόμαστε πιο διαθέσιμοι  να διατρέξουμε μαζί τον δρόμο μιας βαθύτερης γνωριμίας, φιλίας, αλληλεγγύης. «Αλλά, αδελφέ Πάπα, τα κάνουμε αυτά, και μπορεί να μην προσηλυτίσουμε κανέναν, ή πολύ λίγους…» Στο μεταξύ, εσύ, κάνε τούτο : με την ταυτότητά σου, άκουσε τον άλλον. Ποια ήταν η πρώτη εντολή του Θεού Πατέρα  στον προπάτορά μας Αβραάμ ; «Βάδιζε με την παρουσία μου και να είσαι άψογος». Και έτσι, με την ταυτότητά μου και με την ικανότητά μου να έρχομαι στη θέση του άλλου και να είμαι ανοιχτός, βαδίζω μαζί με τον άλλον. Δεν ζητώ να τον τραβήξω προς το μέρος μου, δεν κάνω προσηλυτισμό. Ο Πάπας Βενέδικτος μας είπε καθαρά : «Η Εκκλησία δεν αυξάνει με προσηλυτισμό, αλλά από έλξη». Ταυτόχρονα βαδίζουμε με την παρουσία του Πατέρα, είμαστε άψογοι : εκπληρώνουμε αυτή την πρώτη εντολή. Και στο σημείο αυτό θα γίνει η συνάντηση, ο διάλογος. Με την ταυτότητα, με το άνοιγμα. Είναι ένας δρόμος βαθιάς γνώσης, φιλίας και αλληλεγγύης. Όπως σωστά παρατήρησε ο άγιος Ιωάννης – Παύλος ο 2ος , η στράτευσή μας για τον διάλογο βασίζεται στην ίδια τη λογική της Σάρκωσης : στο πρόσωπο του Ιησού, ο ίδιος ο Θεός έγινε ένας από εμάς, μοιράστηκε την ύπαρξή μας και μας μίλησε στη γλώσσα μας (cf. Ecclesia in Asia, n. 29). Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα ανοίγματος  προς τους άλλους, ελπίζω ακράδαντα ότι οι χώρες της ηπείρου σας με τις οποίες η Αγία Έδρα δεν έχει ακόμα πλήρη σχέση δεν θα διστάσουν να προαγάγουν ένα διάλογο  για το καλό όλων. Δεν αναφέρομαι μόνο στον πολιτικό διάλογο, αλλά στον αδελφικό διάλογο… «Αλλά αυτοί οι χριστιανοί δεν έρχονται ως κατακτητές, δεν έρχονται να μας πάρουν την ταυτότητά μας : μας φέρνουν τη δική τους, και θέλουν να βαδίσουν μαζί μας». Και ο Κύριος θα δώσει τη χάρη : κάποτε θα συγκινήσει τις καρδιές, κάποιος θα ζητήσει να βαπτισθεί, άλλες φορές όχι. Αλλά πάντα βαδίζουμε μαζί. Αυτός είναι ο πυρήνας του διαλόγου.

Αγαπητοί αδελφοί, σας ευχαριστώ για την αδελφική και εγκάρδια υποδοχή σας. Όταν κοιτάζουμε την μεγάλη ασιατική ήπειρο, με την απέραντη γεωγραφική της έκταση, τους αρχαίους πολιτισμούς και παραδόσεις της, συνειδητοποιούμε ότι, μέσα στο σχέδιο του Θεού, οι χριστιανικές σας κοινότητες αποτελούν πράγματι ένα πολύ μικρό ποίμνιο, pusillus grex, στο οποίο ωστόσο έχουν εμπιστευθεί  την αποστολή να φέρει το φως του Ευαγγελίου ως τα πέρατα της γης. Είναι πράγματι ό κόκκος σινάπεως ! πολύ μικρός… Είθε ο Καλός Ποιμένας, που γνωρίζει και αγαπά καθένα από τα πρόβατά του, να οδηγεί και να στερεώνει τις προσπάθειές σας για να τις συγκεντρώσει στην ενότητα μαζί του και μαζί με τα άλλα μέλη του ποιμνίου του τα διασκορπισμένα στον κόσμο. Τώρα όλοι μαζί, ας εμπιστευθούμε στην Παρθένο Μαρία τις Εκκλησίες σας, την ασιατική ήπειρο, ώστε εκείνη ως Μητέρα να μας διδάξει αυτό που μόνο μια μητέρα ξέρει να διδάσκει : ποιος είσαι, πώς λέγεσαι, και πώς βαδίζει κανείς μαζί με τους άλλους στη ζωή. Μαζί ας προσευχηθούμε στην Παναγία.

+