Μεγάλος Αδελφός

Συνάντηση με τον κλήρο

          Παλατινό παρεκκλήσιο του βασιλικού ανακτόρου της Καζέρτας

                              Σάββατο  26  Ιουλίου 2014

 

(Η Αυτού Εξοχότητα ο Εκλαμπρότατος Ντ’ Αλίζ, επίσκοπος Καζέρτας)

Αγιότατε, δεν προετοίμασα τίποτα γραπτό επειδή κατάλαβα αμέσως ότι θέλατε μια εγκάρδια και αληθινή συζήτηση με τους ιερείς. Σας λέω λοιπόν : Καλώς ορίσατε. Αυτή είναι η Εκκλησία μας, οι ιερείς, έπειτα θα πάμε να δούμε το υπόλοιπο της Εκκλησίας, όταν θα τελέσουμε την Ευχαριστία. Για μένα, αυτή η στιγμή είναι σημαντική, επειδή έχω δύο μήνες εδώ, και να αρχίζω την επισκοπική μου διακονία με την εδώ παρουσία σας και με την ευλογία σας είναι για μένα χάρις επί χάριτος. Και τώρα, περιμένουμε τον λόγο σας. Γνωρίζοντας ότι επιθυμείτε έναν διάλογο, οι ιερείς ετοίμασαν ερωτήσεις για σας.

(Ο Άγιος Πατέρας)

Ετοίμασα ένα λόγο, αλλά θα τον δώσω στον επίσκοπο. Ευχαριστώ πολύ για την υποδοχή σας. Ευχαριστώ. Χαίρομαι και συγχρόνως αισθάνομαι κάπως ένοχος που προκάλεσα τόσα προβλήματα τη μέρα της γιορτής της πολιούχου σας. Αλλά δεν το γνώριζα. Και όταν τηλεφώνησα στον επίσκοπο να του πω πως ήθελα να έρθω για μια ιδιωτική επίσκεψη, εδώ, σε ένα φίλο, τον πάστορα Traettino, μου είπε : «Α, ακριβώς τη μέρα της γιορτής της πολιούχου!». Και αμέσως σκέφτηκα : «Την επαύριο, οι εφημερίδες θα γράφουν :τη μέρα της γιορτής της πολιούχου της Καζέρτας, ο Πάπας πήγε στους προτεστάντες». Ωραίος τίτλος, τι λέτε ; Κι έτσι κανονίστηκαν τα πράγματα, κάπως βιαστικά, αλλά ο επίσκοπος με βοήθησε πολύ, και το προσωπικό της Γραμματείας του κράτους επίσης. Είπα στον εκπρόσωπο, μόλις τον συνάντησα : «Σε παρακαλώ, βρες μια λύση». Και τα κατάφερε καλά. Ευχαριστώ για τις ερωτήσεις που θα θέσετε, μπορούμε ν’ αρχίσουμε· να θέτετε τις ερωτήσεις σας και θα δω αν μπορώ να ομαδοποιήσω δύο ή τρείς, αν όχι θα απαντήσω σε καθεμιά χωριστά.

Ευχαριστώ, Αγιότατε. Είμαι ο γενικός τοποτηρητής της Καζέρτας, π. Pasquariello.  Ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ για την επίσκεψή σας εδώ στην Καζέρτα. Θα ήθελα να σας θέσω ένα ερώτημα : το καλό που κάνετε στην καθολική Εκκλησία με τις καθημερινές ομιλίες σας, τα επίσημα έγγραφα, ιδιαίτερα το Evangelii gaudium, χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από την πνευματική, ενδόμυχη, προσωπική μεταστροφή. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που αφορά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μόνο τη σφαίρα της θεολογίας, της βιβλικής εξηγητικής και της φιλοσοφίας. Μαζί με αυτή την προσωπική μεταστροφή που είναι ουσιώδης για την αιώνια σωτηρία, σκέφτομαι πως θα ήταν χρήσιμη μια παρέμβαση της Αγιότητάς σας που θα μπορούσε ν’ αφορά περισσότερο τον λαό του Θεού, ειδικά ως λαό. Εξηγούμαι. Η επισκοπή μας, εδώ κι 900 χρόνια, έχει σύνορα παράλογα : μερικά κοινοτικά εδάφη χωρίζονται στη μέση ανάμεσα στην επισκοπή της Καπούης και στην επισκοπή της Ασερρά. Από την άλλη, ο σταθμός της πόλης της Καζέρτας, σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου από το Δημαρχείο, ανήκει στην Καπούη. Για τον λόγο αυτόν, Αγιότατε Πάτερ, ζητώ από  σας μια επέμβαση που θα έδινε μια λύση, ώστε οι κοινότητές μας να μην ταλαιπωρούνται  πια  εξαιτίας ανώφελων μετακινήσεων και η ποιμαντική ενότητα των πιστών μας να μην υποφέρει πια στο μέλλον. Είναι φανερό, Αγιότατε, ότι στον αρ. 10 του Evangelii gaudium, λέτε ότι αυτά τα θέματα ανήκουν στην επισκοπή· αλλά εγώ θυμάμαι πως όταν ήμουν νεαρός ιερέας – 47 χρόνια πριν –είχαμε πάει με τον Σεβασμιότατο Roberti -  είχε βγει από την γραμματεία του Κράτους –και είχαμε δημιουργήσει ορισμένα προβλήματα και εκεί· στην αρχή δεν κατάλαβαν, αλλά αφού τους εξηγήσαμε μας είπαν : «Συμφωνήστε με τους επισκόπους, κι εμείς θα υπογράψουμε». Κι αυτό είναι πολύ ωραίο. Αλλά πότε οι επίσκοποι θα συμφωνήσουν ;



Μερικοί ιστορικοί της Εκκλησίας λένε ότι κάποτε, στις πρώτες Συνόδους, οι επίσκοποι έρχονταν στα χέρια, κι έπειτα συμφωνούσαν. Αλλά να ποιο  είναι  κακό σημάδι. Είναι κακό σημάδι όταν οι επίσκοποι κακολογούν οι μεν τους δε, ή όταν κάνουν συνασπισμούς. Δεν εννοώ να έχουν μια ενότητα σκέψης ή πνευματικότητας, γιατί αυτό είναι καλό, μιλάω για συνασπισμούς με την αρνητική σημασία του όρου. Αυτό είναι κακό επειδή κυριολεκτικά σπάει την ενότητα της Εκκλησίας. Κι εμείς οι επίσκοποι πρέπει να δίνουμε το παράδειγμα της ενότητας που ο Ιησούς ζήτησε από τον Πατέρα για την Εκκλησία. Αλλά δεν μπορούν να πηγαίνουν να κακολογούν οι μεν τους δε : «Κι ετούτος κάνει αυτό, κι ο άλλος κάνει εκείνο». Πηγαίνετε, πείτε το κατά πρόσωπο ! Οι προπάτορές μας, στις πρώτες Συνόδους, έρχονταν στα χέρια, και προτιμώ να ουρλιάζουν ό,τι έχουν να πουν κατά πρόσωπο κι έπειτα ν’ αγκαλιάζονται, παρά να μιλούν στα κρυφά οι μεν κατά των δε. Αυτό ως γενική αρχή, δηλαδή : για την ενότητα της Εκκλησίας, η ενότητα μεταξύ των επισκόπων είναι σημαντική. Στη συνέχεια τονίσατε την πορεία που ο Κύριος θέλησε για την Εκκλησία του. Και αυτή η μεταξύ των επισκόπων ενότητα είναι εκείνη που ευνοεί αυτές τις συμφωνίες πάνω στα διάφορα θέματα. Σε μια χώρα –όχι στην Ιταλία, αλλού – υπάρχει μια επισκοπή που τα όριά της επανακαθορίστηκαν, αλλά εξ αιτίας του οικοπέδου του θησαυροφυλακίου του καθεδρικού ναού, βρίσκονται σε δικαστικό αγώνα εδώ και 40 χρόνια. Για μια χρηματική υπόθεση : κι αυτό είναι ακατανόητο! Κι εδώ είναι που ο Διάβολος χαίρεται ! Εδώ αυτός είναι που κερδίζει. Είναι ωραίο να λέτε ότι οι επίσκοποι πρέπει πάντα να συμφωνούν : αλλά να συμφωνούν σε ενότητα, όχι σε ομοιομορφία. Καθένας έχει το χάρισμά του, καθένας έχει τον τρόπο του που σκέφτεται, που βλέπει τα πράγματα : αυτή η ποικιλία προκύπτει κάποτε από λάθη, αλλά συχνά είναι ο καρπός του ίδιου του Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα θέλησε μέσα στην Εκκλησία να υπάρχουν ποικιλίες χαρισμάτων. Το Πνεύμα το ίδιο δημιουργεί την ποικιλομορφία, έπειτα πετυχαίνει να κάνει την ενότητα : μια ενότητα με τη διαφορετικότητα του καθενός, χωρίς κανείς να χάνει τη δική του προσωπικότητα. Αλλά ελπίζω πως αυτό για το οποίο μιλήσατε θα εκπληρωθεί. Άλλωστε όλοι είμαστε καλοί, γιατί όλοι έχουμε λάβει το Βάπτισμα, έχουμε όλοι μέσα μας το Άγιο Πνεύμα που μας οδηγεί να προχωρούμε.

Είμαι ο πατήρ Angelo Piscopο, ιερέας του Αποστόλου Πέτρου και της Έδρας του Αποστόλου Πέτρου. Το ερώτημά μου είναι το εξής : Αγιότατε, στην αποστολική Προτροπή Evangelii gaudium, κάνατε έκκληση και ενθαρρύνατε την ενίσχυση της λαϊκής ευσέβειας, ως πολύτιμου θησαυρού της καθολικής Εκκλησίας. Ταυτόχρονα, όμως, υποδεικνύετε τον κίνδυνο – δυστυχώς όλο και πιο πραγματικό – της διάδοσης ενός χριστιανισμού ατομικού και συναισθηματικού, με την προσοχή περισσότερο στραμμένη στους παραδοσιακούς τύπους και στην ιδιωτική αποκάλυψη των θεμελιακών πλευρών της πίστης και χωρίς επίδραση στη ζωή της κοινωνίας. Ποιες προτάσεις μπορείτε να μας κάνετε για μια ποιμαντική που, χωρίς να πληγώνει τη λαϊκή ευσέβεια, να μπορεί να προωθήσει την προτεραιότητα του Ευαγγελίου; Ευχαριστώ την αγιότητά σας.

Ακούγεται ότι ζούμε σε μια εποχή όπου η θρησκευτικότητα έχει εκλείψει, αλλά δεν το πιστεύω και πολύ. Επειδή υπάρχουν αυτά τα ρεύματα, αυτές οι σχολές θρησκευτικού εσωτερισμού, π.χ. οι γνωστικοί, που κάνουν μια ποιμαντική παρόμοια με μια προσευχή προ-χριστιανική, μια προσευχή προ-βιβλική, μια προσευχή γνωστικιστική και ο γνωστικισμός εισχώρησε στην Εκκλησία με αυτές τις ομάδες εσωτεριστικής ευσέβειας : είναι αυτό που αποκαλώ εσωτερισμό. Ο εσωτερισμός δεν κάνει καλό, είναι κάτι για μένα, είμαι ήρεμος, νιώθω γεμάτος από Θεό. Είναι κάπως – δεν είναι το ίδιο πράγμα – αλλά είναι λίγο ο δρόμος της Νέας Εποχής. Υπάρχει η θρησκευτικότητα, ναι, αλλά είναι μια θρησκευτικότητα ειδωλολατρική ή ακόμα αιρετική : δεν πρέπει να φοβόμαστε να προφέρουμε αυτή τη λέξη, γιατί ο γνωστικισμός είναι αίρεση, ήταν η πρώτη αίρεση της Εκκλησίας. Όταν μιλώ για τη θρησκευτικότητα, μιλώ γι’ αυτό τον θησαυρό της ευσέβειας, με τις τόσες αξίες, που ο μεγάλος Παύλος ο 6ος περιέγραφε στο Evangelii nuntiendi. Σκεφτείτε το εξής : το Ντοκουμέντο  της Απαρεσιντά, που ήταν το ντοκουμέντο της 5ης Συνόδου του λατινο -αμερικανικού επισκοπάτου, προκειμένου να επιτευχθεί μια σύνθεση στο τέλος του ίδιου του ντοκουμέντου, στην προ-τελευταία παράγραφο, επειδή οι δύο άλλες ήταν παράγραφοι ευχαριστίας και προσευχής, χρειάστηκε να γυρίσει 40 χρόνια πίσω και να επαναλάβει ένα μέρος του Evangelii nuntiendi, το οποίο είναι ένα μετα-συνοδικό ποιμαντικό ντοκουμέντο που δεν είναι καθόλου ξεπερασμένο. Είναι άκρως σύγχρονο. Σ’ αυτό το ντοκουμέντο, ο Παύλος ο 6ος περιγράφει τη λαϊκή ευσέβεια, λέγοντας ότι κι αυτή οφείλει καμιά φορά να ευαγγελίζεται. Μάλιστα, επειδή όπως κάθε ευσέβεια διατρέχει τον κίνδυνο να θαλασσοπορεί λίγο απ’ τη μια μεριά και λίγο από την άλλη, ή να μην διαθέτει μια δυνατή έκφραση της πίστης. Αλλά η ευσέβεια που έχουν οι άνθρωποι, η ευσέβεια που εισχωρεί στην καρδιά με το Βάπτισμα είναι μια τεράστια δύναμη, σε τέτοιο σημείο που ο λαός του Θεού που έχει αυτή την ευσέβεια, στο σύνολό του, να μην μπορεί να απατηθεί, είναι αλάθητος in credendo: είναι αυτό που λέει το Lumen gentium στον αρ. 12. Η πραγματική λαϊκή ευσέβεια γεννιέται από το sensus fidei για το οποίο μιλάει αυτό το συνοδικό ντοκουμέντο και οδηγεί στην αφοσίωση προς τους αγίους, προς την Παναγία, κυρίως με εκφράσεις φολκλορικές με την καλή έννοια του όρου. Γι’ αυτό, η λαϊκή ευσέβεια είναι βασικά ακαλλιέργητη, δεν μπορεί να υπάρξει μια λαϊκή ευσέβεια του εργαστηρίου, ασηπτική, αλλά γεννιέται διαρκώς από τη ζωή μας. Μπορεί να γίνονται μικρά λάθη – πρέπει λοιπόν ν’ αγρυπνούμε – εντούτοις η λαϊκή ευλάβεια είναι όργανο ευαγγελισμού. Ας σκεφτούμε τους σημερινούς νέους. Οι νέοι – τουλάχιστον από την πείρα που είχα στην άλλη επισκοπή – οι νέοι, τα νεανικά κινήματα στο Μπουένος Άιρες δεν λειτουργούν. Γιατί; Τους έλεγαν: ας κάνουμε μια συνάντηση να μιλήσουμε… και τελικά, οι νέοι έπλητταν. Αλλά όταν οι εφημέριοι βρήκαν τον τρόπο να κάνουν τους νέους να πάρουν μέρος στις μικρές αποστολές, στις αποστολές στη διάρκεια των διακοπών, να κάνουν κατήχηση σε πληθυσμούς που τη χρειάζονται, σε χωριά που δεν είχαν ιερείς, τότε προσχωρούσαν. Οι νέοι θέλουν πραγματικά αυτό το είδος ιεραποστολικού πρωταγωνισμού και μαθαίνουν έτσι να ζουν μια μορφή ευσέβειας που μπορεί κι αυτή να χαρακτηρισθεί ως λαϊκή ευσέβεια: το ιεραποστολικό κήρυγμα των νέων έχει κάτι από τη λαϊκή ευσέβεια. Η λαϊκή ευσέβεια είναι δραστήρια, είναι ένα αίσθημα πίστης – λέει ο Παύλος ο 6ος – βαθύ, που μόνο οι απλοί και ταπεινοί άνθρωποι είναι ικανοί να έχουν. Κι αυτό είναι μεγάλο! Στα ιερά προσκυνήματα π.χ. γίνονται θαύματα! Κάθε 27 Ιουλίου, πήγαινα στο προσκύνημα του Αγίου Παντελεήμονος, στο Μπουένος Άιρες, και το πρωί εξομολογούσα. Επέστρεφα λοιπόν ανανεωμένος από αυτή την εμπειρία, επέστρεφα νιώθοντας ντροπή μπροστά στην αγιότητα που έβρισκα σ’ αυτούς τους απλούς ανθρώπους, αμαρτωλούς αλλά αγίους, γιατί έλεγαν τις αμαρτίες τους, έπειτα εξιστορούσαν τον τρόπο που ζούσαν, τα προβλήματα που είχαν με τους γιούς ή τις κόρες τους ή με τον ένα ή τον άλλο, και πώς πήγαιναν να επισκεφθούν τους αρρώστους. Ένα ευαγγελικό νόημα διαφαινόταν. Στα προσκυνήματα βρίσκει κανείς αυτά τα πράγματα. Τα εξομολογητήρια των προσκυνημάτων είναι ένας τόπος ανανέωσης για μας ιερείς και επισκόπους· είναι σαν ένα μάθημα πνευματικής ενημέρωσης, λόγω της επαφής με τη λαϊκή ευσέβεια. Και όταν οι πιστοί έρχονται να εξομολογηθούν, μας διηγούνται τις έγνοιες τους, αλλά πίσω απ’ αυτές βλέπει κανείς τη χάρη του Θεού που τους οδηγεί σ’ αυτή τη στιγμή. Αυτή η επαφή με τον λαό του Θεού που προσεύχεται, που είναι σε τόπο προσκυνήματος, που εκδηλώνει μ’ αυτό τον τρόπο ευσέβειας την πίστη του, μας βοηθάει πολύ στην ιερατική μας ζωή.

Επιτρέψτε μου να σας προσφωνώ πάτερ Φραγκίσκο, ιδίως επειδή η πατρότητα, όταν είναι αυθεντική, εμπεριέχει αναπόφευκτα μιαν αγιότητα. Ως μαθητής των ιησουιτών πατέρων στους οποίους οφείλω την πνευματική και ιερατική μου μόρφωση, θα ήθελα πρώτα να σας κάνω γνωστή μια προσωπική μου εντύπωση, έπειτα να σας θέσω ένα ερώτημα που το απευθύνω ειδικά σ’ εσάς. Το  identikit  του ιερέα της τρίτης χιλιετίας: ανθρώπινη και πνευματική ισορροπία· ιεραποστολική συνείδηση· άνοιγμα στον διάλογο με τις άλλες, θρησκευτικές ή όχι, ομολογίες. Γιατί αυτό; Επιτελέσατε ασφαλώς μια κοπερνική επανάσταση σε ότι αφορά τη γλώσσα, τον τρόπο ζωής, τη συμπεριφορά και τη μαρτυρία στα πιο ενδιαφέροντα θέματα σε παγκόσμιο επίπεδο, ακόμα και για τους άθεους και για τους απομακρυσμένους από τη χριστιανική –καθολική Εκκλησία. Το ερώτημα που θέτω είναι το εξής: πώς είναι δυνατόν, μέσα σ’ αυτή την κοινωνία, με μια Εκκλησία που θα ήθελε να είναι μια Εκκλησία αύξησης και ανάπτυξης, μέσα σ’ αυτή την κοινωνία που ζει μια δυναμική και συγκρουσιακή εξέλιξη και που πολύ συχνά είναι απομακρυσμένη από τις αξίες του Ευαγγελίου του Χριστού, να είμαστε μια Εκκλησία πολύ συχνά καθυστερημένη. Η επανάστασή σας η γλωσσική, σημασιολογική, πολιτισμική, ευαγγελικής μαρτυρίας προκαλεί ασφαλώς για μας τους ιερείς  μια υπαρξιακή κρίση στη συνείδησή μας. Ποιους δρόμους ευφάνταστους και δημιουργικούς μπορείτε να μας υποδείξετε για να υπερβούμε, ή τουλάχιστον να μετριάσουμε αυτό που αισθανόμαστε; Ευχαριστώ.

Ιδού. Πώς είναι δυνατόν, με μία Εκκλησία σε αύξηση και σε ανάπτυξη, να προχωρήσουμε; Μιλούσατε για κάποια πράγματα: ισορροπία, διαλογικό άνοιγμα… Αλλά πώς είναι δυνατόν να προχωρήσουμε; Είπατε μια λέξη που μου αρέσει πολύ: είναι μια λέξη θεϊκή, κι αν είναι ανθρώπινη αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι δώρο του Θεού: δημιουργικότητα. Είναι η εντολή που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ: «Πήγαινε και κάνε τη γη να βλαστήσει. Να είσαι δημιουργικός». Είναι επίσης η εντολή που έδωσε ο Ιησούς στους μαθητές του, μέσω του Αγίου Πνεύματος, για παράδειγμα η δημιουργικότητα της πρώτης Εκκλησίας στις σχέσεις με τον ιουδαϊσμό: ο Παύλος ήταν δημιουργικός· ο Πέτρος, τη μέρα που πήγε στο σπίτι του Κορνήλιου, είχε φόβο γι’ αυτό, επειδή εκείνη την ώρα έκανε κάτι καινούργιο, κάτι δημιουργικό. Αλλά πήγε. Δημιουργικότητα είναι η λέξη. Και πώς μπορεί κανείς να βρει αυτή τη δημιουργικότητα; Πριν απ’ όλα –κι αυτό είναι ο όρος αν θέλουμε να είμαστε δημιουργικοί εν Πνεύματι, δηλαδή μέσα στο Πνεύμα του Κυρίου Ιησού – δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την προσευχή. Ένας επίσκοπος που δεν προσεύχεται, ένας ιερέας που δεν προσεύχεται κλείνει την πόρτα, φράζει τον δρόμο της δημιουργικότητας. Την ώρα ακριβώς της προσευχής, όταν το Πνεύμα σε κάνει να αισθανθείς κάτι, τότε ο διάβολος έρχεται και σε κάνει να αισθανθείς κάτι άλλο· αλλά η προσευχή είναι ο όρος για να προχωρήσει κανείς. Ακόμα κι αν η προσευχή μπορεί να μοιάζει συχνά ανιαρή. Η προσευχή είναι πολύ σημαντική. Όχι μόνο η προσευχή της Θείας Λειτουργίας, αλλά η καθημερινή, ειρηνική προσευχή που γίνεται με αφοσίωση, η προσωπική προσευχή με τον Κύριο. Αν δεν προσευχόμαστε, θα είμαστε ίσως καλοί ποιμαντικοί και πνευματικοί επιχειρηματίες, αλλά η Εκκλησία χωρίς προσευχή γίνεται ένας ΜΚΟ, δεν έχει το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος. Η προσευχή είναι το πρώτο βήμα, γιατί στην προσευχή ανοίγεται κανείς στον Κύριο για να μπορεί ν’ ανοιχτεί στους άλλους. Ο Κύριος είναι αυτός που λέει: «Πήγαινε εδώ, πήγαινε εκεί, κάνε αυτό…», προκαλεί μέσα σου αυτή τη δημιουργικότητα που στοίχισε πολύ σε τόσους αγίους. Σκέφτομαι τον άγιο Antonio Rosmini, αυτόν που έγραψε τις Πέντε πληγές της Εκκλησίας (Les cinq plaies de l’ Eglise), ήταν ένας που έκρινε δημιουργικά, ακριβώς επειδή προσευχόταν. Έγραψε αυτά που το Πνεύμα τον έκανε να αισθανθεί, γι’ αυτό πήγε στην πνευματική φυλακή, δηλαδή σπίτι του: δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να διδάξει, δεν μπορούσε να γράψει, τα βιβλία του ήταν απαγορευμένα. Σήμερα είναι άγιος! Πολύ συχνά η δημιουργικότητα οδηγεί στον σταυρό. Αλλά όταν προέρχεται από την προσευχή, καρποφορεί. Όχι μια δημιουργικότητα λίγο sans façon και επαναστατική, γιατί σήμερα είναι στη μόδα να είναι κανείς επαναστάτης· αλλά όχι, αυτό δεν προέρχεται από το Πνεύμα. Αλλά όταν η δημιουργικότητα προέρχεται από το Πνεύμα και γεννιέται από την προσευχή, μπορεί να σου προκαλέσει προβλήματα. Η δημιουργικότητα που προέρχεται από την προσευχή έχει μια ανθρωπολογική διάσταση υπερβατική, επειδή μέσω της προσευχής ανοίγεσαι στο υπερβατικό, στον Θεό. Αλλά υπάρχει και το άλλο υπερβατικό: να ανοίγεσαι στους άλλους, στον πλησίον σου. Η Εκκλησία δεν πρέπει να είναι κλεισμένη στον εαυτό της, μια Εκκλησία που ομφαλοσκοπείται, μια Εκκλησία που αναφέρεται στον εαυτό της, που αυτοθεωρείται και που δεν είναι ικανή να υπερβαθεί. Η διπλή υπερβατικότητα είναι σημαντική: προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Να βγει κανείς από τον εαυτό του δεν είναι μια περιπέτεια, είναι ένας δρόμος, είναι ο δρόμος που έδειξε ο Θεός στους ανθρώπους, στον λαό ήδη από την πρώτη στιγμή όταν είπε στον Αβραάμ: «Φύγε από τη χώρα σου». Να βγει κανείς από τον εαυτό του. Κι όταν βγω από τον εαυτό μου, συναντώ τον Θεό και συναντώ τους άλλους. Πώς συναντώ τους άλλους; Από μακριά ή από κοντά; Πρέπει να τους συναντώ από κοντά, η εγγύτητα. Δημιουργικότητα, υπερβατικότητα και εγγύτητα. Εγγύτητα είναι μια λέξη κλειδί: να είναι κανείς κοντά. Να μη φοβάται τίποτα. Να είναι κοντά. Ο άνθρωπος του Θεού δεν φοβάται. Ο ίδιος ο Παύλος, όταν είδε τα πολλά είδωλα στην Αθήνα, δεν φοβήθηκε, είπε σ’ εκείνους τους ανθρώπους: «Είστε ευλαβείς, υπάρχουν βωμοί σε τόσους θεούς… αλλά εγώ θα σας μιλήσω για έναν άλλον». Δεν φοβήθηκε και τους πλησίασε, τους ανέφερε μάλιστα παραθέματα από τους ποιητές τους: «Όπως το λένε οι ποιητές σας…». Πρόκειται για την εγγύτητα σ’ ένα πολιτισμό, μια εγγύτητα στα πρόσωπα, στον δικό τους τρόπο να σκέπτονται, στους πόνους των, στις κακίες τους. Πολύ συχνά, η εγγύτητα είναι μια άσκηση, επειδή πρέπει να ακούμε πράγματα ανιαρά, πράγματα που πληγώνουν. Δυο χρόνια πριν, ένας ιερέας που είχε φύγει για ιεραποστολή στην Αργεντινή – ήταν στην επισκοπή του Μπουένος Άιρες και πήγε σε μια επισκοπή του νότου, σε μια περιοχή όπου για χρόνια δεν υπήρχε ιερέας, όπου είχαν φτάσει οι ευαγγελικοί – μου διηγήθηκε ότι είχε επισκεφθεί μια γυναίκα που ήταν πρώτα η δασκάλα του σχολείου των κατοίκων και στη συνέχεια η διευθύντρια του σχολείου του χωριού. Αυτή η γυναίκα τον έβαλε να καθίσει και άρχισε να τον προσβάλει, όχι με λόγια άπρεπα, αλλά να τον προσβάλει έντονα: «Μας εγκαταλείψατε, μας αφήσατε μόνους, κι εγώ που χρειάζομαι τον Λόγο του Θεού αναγκάστηκα να πάω στην προτεσταντική λειτουργία και έγινα προτεστάντισσα». Αυτός ο νεαρός ιερέας, που είναι ήπιος, που είναι άνθρωπος που προσεύχεται, όταν η γυναίκα είχε τελειώσει την επίθεσή της, είπε: «Κυρία, μια μόνο λέξη: συγγνώμη. Συγχωρέστε μας, συγχωρέστε μας. Εγκαταλείψαμε το ποίμνιο». Και ο τόνος αυτής της γυναίκας άλλαξε. Ωστόσο παρέμεινε προτεστάντισσα και ο ιερέας δεν επανήλθε στο θέμα ποια είναι η πραγματική θρησκεία: εκείνη την ώρα δεν ήταν δυνατόν να το κάνει. Τελικά η γυναίκα άρχισε να χαμογελά και είπε: «Πάτερ, θέλετε έναν καφέ;». – «Ναι, ας πιούμε έναν καφέ». Και όταν ο ιερέας ετοιμαζόταν να φύγει, του είπε: «Μια στιγμή, πάτερ, ελάτε», και τον οδήγησε στο δωμάτιό της, άνοιξε το ντουλάπι όπου βρισκόταν η εικόνα της Παναγίας: «Πρέπει να ξέρετε ότι δεν την εγκατέλειψα ποτέ. Την έκρυψα εξαιτίας του πάστορα, αλλά είναι στο σπίτι!».  Είναι ένα περιστατικό που διδάσκει πώς η εγγύτητα, η ηπιότητα είχαν ως αποτέλεσμα αυτή η γυναίκα να συμφιλιώθηκε με την Εκκλησία, γιατί αισθανόταν εγκαταλειμμένη από την Εκκλησία. Και ρώτησα κάτι που δεν πρέπει ποτέ κανείς να ρωτά: «Κι έπειτα, τι απέγινε; Πώς τέλειωσε η υπόθεση;» Αλλά ο ιερέας με διόρθωσε: «Α, όχι, δεν ζήτησα τίποτα: συνεχίζει να πηγαίνει στην προτεσταντική λειτουργία, αλλά βλέπει κανείς πως είναι μια γυναίκα που προσεύχεται: ας αφήσουμε τον Κύριο Ιησού ν’ αποφασίσει». Και δεν προχώρησε, δεν την κάλεσε να επιστρέψει στην καθολική Εκκλησία. Είναι μια συνετή εγγύτητα, που ξέρει  ως ποιο σημείο πρέπει να φτάσει. Αλλά εγγύτητα σημαίνει επίσης καθαρό διάλογο· πρέπει να διαβάσουμε στο Ecclesiam suam  τη διδασκαλία σχετικά με τον διάλογο, που στη συνέχεια επαναλήφθηκε από τους άλλους Πάπες. Ο διάλογος είναι κάτι πολύ σημαντικό, αλλά για να διαλεχθεί κανείς δύο πράγματα είναι απαραίτητα: η προσωπική ταυτότητα ως σημείο εκκίνησης και η ικανότητα να έρχεσαι στη θέση των άλλων. Αν δεν είμαι βέβαιος για την ταυτότητά μου και πάω να διαλεχθώ, καταλήγω να κάνω την πίστη μου θέμα συναλλαγής. Δεν μπορεί κανείς να διαλέγεται παρά μόνο ξεκινώντας από τη δική του ταυτότητα, και η ικανότητα να έρχεται κανείς στη θέση του άλλου είναι απαραίτητη, δηλαδή να μην καταδικάζει κανείς a priori. Κάθε άνθρωπος έχει κάτι προσωπικό να μας δώσει, κάθε άνθρωπος έχει τη δική του προσωπική ιστορία, την προσωπική του τοποθέτηση και οφείλουμε να τον ακούσουμε. Στη συνέχεια, η σύνεση του Αγίου Πνεύματος θα μας πει πώς ν’ απαντήσουμε. Να ξεκινάει καθένας από την προσωπική του ταυτότητα για να διαλεχθεί, αλλά ο διάλογος δεν σημαίνει να απολογείται κανείς, αν και ορισμένες φορές πρέπει να το κάνουμε, όταν μας θέτουν ερωτήματα που απαιτούν μια εξήγηση. Ο διάλογος είναι κάτι ανθρώπινο, είναι οι καρδιές, οι ψυχές που διαλέγονται, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό! Μην έχετε φόβο να διαλέγεσθε με οποιονδήποτε. Έλεγαν για κάποιον άγιο, ελαφρώς αστειευόμενοι – δεν θυμάμαι πια και καλά, νομίζω πως ήταν ο άγιος Φίλιππος Νέρι, αλλά δεν είμαι σίγουρος – ότι μπορούσε να διαλέγεται ακόμα και με τον διάβολο. Γιατί; Επειδή είχε αυτή την ελευθερία ν’ ακούει όλους  τους ανθρώπους, αλλά ξεκινώντας από τη δική του ταυτότητα. Ήταν πολύ βέβαιος, αλλά να είσαι βέβαιος για την ταυτότητά σου δεν σημαίνει ότι κάνεις προσηλυτισμό. Ο προσηλυτισμός είναι μια παγίδα που και ο Ιησούς την καταδικάζει κάπως en passant, όταν μιλάει στους Φαρισαίους και στους Σαδδουκαίους: « Εσείς που τριγυρνάτε στη στεριά και στη θάλασσα για να κερδίσετε έναν προσήλυτο, και μετά τον κάνετε δυο φορές χειρότερο από σας…» Αλλά είναι παγίδα. Και ο Πάπας Βενέδικτος έχει μια πολύ ωραία έκφραση, την είπε στην Απαρεσιντά, αλλά νομίζω ότι την επανέλαβε και αλλού:  «Η Εκκλησία δεν μεγαλώνει με τον προσηλυτισμό αλλά με την έλξη που ασκεί». Και τι είναι η έλξη; Είναι αυτή η ανθρώπινη ικανότητα να έρχεσαι στη θέση των άλλων και που στη συνέχεια κατευθύνεται από το Άγιο Πνεύμα. Ποιο θα είναι λοιπόν το προφίλ του ιερέα του αιώνος τούτου που είναι τόσο εκκοσμικευμένος; Ένας άνθρωπος δημιουργικότητας, που ακολουθεί την εντολή του Θεού – «δημιουργείτε τα πράγματα»-, ένας ανθρωπος υπερβατικότητας, τόσο με τον Θεό μέσω της προσευχής, όσο και με τους άλλους, πάντα· ένας άνθρωπος εγγύτητας ο οποίος πλησιάζει τους ανθρώπους. Ν’ απομακρύνεις τους ανθρώπους δεν ταιριάζει σε κληρικό και κάποτε οι άνθρωποι κουράζονται απ’ αυτή τη στάση, κι εντούτοις, προέρχεται από εμάς με τον ίδιο τρόπο. Αλλά όποιος προσδέχεται τους ανθρώπους και είναι κοντά τους, διαλέγεται μαζί τους γιατί αισθάνεται βέβαιος για τη δική του ταυτότητα, η οποία τον σπρώχνει να έχει την καρδιά του ανοιχτή στην κατανόηση των άλλων. Αυτά μου έρχονται στο νου ως απάντηση στο ερώτημά σας.

Πολύ αγαπητέ Πάτερ, το ερώτημά μου αφορά τον τόπο όπου ζούμε: την επισκοπή, με τους επισκόπους μας, τις σχέσεις με τους αδελφούς μας. Και σας ερωτώ: η ιστορική στιγμή στην οποία ζούμε περιμένει πολλά από εμάς, εμάς τους ιερείς, περιμένει δηλαδή μια καθαρή, ανοιχτή, χαρούμενη –όπως εσείς μας παροτρύνετε – μαρτυρία, ιδιαίτερα ανοιχτή στην ανανέωση του Αγίου Πνεύματος. Σας ερωτώ: ποιο κατά τη γνώμη σας θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα το χαρακτηριστικό, το θεμέλιο μιας πνευματικότητας του  επισκοπικού  ιερέα; Νομίζω ότι κάπου διάβασα να λέτε: «Ο ιερέας δεν είναι ένας θεωρητικός». Αλλά πριν, δεν ήταν έτσι. Θα μπορούσατε να μας δώσετε ένα πρότυπο να το κρατήσουμε στον νου μας για την αναγέννηση, για την αύξηση της κοινωνίας στην επισκοπή μας. Και προπάντων θα ήθελα να ξέρω πώς μπορούμε σήμερα να είμαστε πιστοί στον άνθρωπο, όχι τόσο στον Θεό.

Είπατε «οι ανανεώσεις του Αγίου Πνεύματος». Είναι αλήθεια. Αλλά ο Θεός είναι ο Θεός των εκπλήξεων, μας εκπλήσσει πάντα, πάντα, πάντα. Διαβάζουμε το Ευαγγέλιο και βρίσκουμε εκεί τη μια έκπληξη μετά την άλλη. Ο Ιησούς μας εκπλήσσει επειδή φτάνει πριν από εμάς: Αυτός πρώτος μας περιμένει, αυτός πρώτος μας αγαπά, όταν τον αναζητούμε, εκείνος βρίσκεται ήδη σε αναζήτησή μας. Όπως το λέει ο προφήτης Ησαΐας ή ο Ιερεμίας, δεν θυμάμαι πια καλά: ο Θεός είναι σαν τον ανθό της μυγδαλιάς, αυτή είναι η πρώτη που ανθίζει την άνοιξη. Ο Θεός είναι ο πρώτος, πάντα ο πρώτος, μας περιμένει πάντα. Κι αυτό είναι η έκπληξη. Πολλές φορές αναζητούμε τον Θεό εδώ κι εκείνος μας περιμένει εκεί. Ας έρθουμε τώρα στην πνευματικότητα του επισκοπικού κλήρου. Ιερέας θεωρητικός, αλλά όχι σαν κάποιον που είναι σε απομονωμένο Μοναστήρι, δεν εννοώ αυτού του είδους τη θεωρία. Ο ιερέας πρέπει να έχει μια ζωή θεωρίας, μια ικανότητα θεωρίας τόσο απέναντι στον Θεό όσο και προς τους ανθρώπους. Είναι ένας άνθρωπος που κοιτάζει, που γεμίζει τα μάτια του και την καρδιά του από αυτή τη θεωρία: με το Ευαγγέλιο ενώπιον του Θεού, και με τα ανθρώπινα προβλήματα ενώπιον των ανθρώπων. Μ’ αυτή την έννοια πρέπει να είναι θεωρητικός. Δεν πρέπει να συγχέουμε: ο μοναχός είναι άλλο πράγμα. Αλλά πού βρίσκεται το κέντρο της πνευματικότητας του επισκοπικού ιερέα; Θα έλεγα πως βρίσκεται στο επισκοπικό πνεύμα. Να έχει την  ικανότητα να ανοίγεται στο επισκοπικό πνεύμα. Η πνευματικότητα ενός μοναχού, για παράδειγμα, είναι η ικανότητα να ανοίγεται στον Θεό και στους άλλους μέσα στην κοινότητα: είτε πρόκειται για την πιο μικρή είτε για την πιο μεγάλη της αδελφότητας. Αντίθετα, η πνευματικότητα του επισκοπικού ιερέα είναι ν’ ανοίγεται στο επισκοπικό πνεύμα. Κι εσείς οι μοναχοί που εργάζεστε σε ενορία πρέπει να τα κάνετε και τα δύο, γι’ αυτό το  dicastère για τους επισκόπους και το dicastère για την αφιερωμένη ζωή εργάζονται τώρα για μια καινούργια έκδοση του Mutuae relationes, επειδή ο μοναχός ανήκει σε δύο αρχές. Αλλά ας επανέλθουμε στο επισκοπικό πνεύμα: τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει να υπάρχει σχέση με τον επίσκοπο και σχέση με τους άλλους ιερείς. Η σχέση με τον επίσκοπο είναι σημαντική, είναι απαραίτητη. Ένας επισκοπικός ιερέας δεν μπορεί να είναι αποκομμένος από τον επίσκοπο. «Αλλά ο επίσκοπος δεν μ’ αγαπά, ο επίσκοπος ετούτο, ο επίσκοπος εκείνο…»: ο επίσκοπος μπορεί να είναι ίσως ένας άνθρωπος με κακό χαρακτήρα: είναι όμως ο επίσκοπός σου. Και πρέπει να βρεις, ακόμα και σ’ αυτή τη στάση που δεν είναι θετική, έναν τρόπο για να κρατήσεις μια σχέση μαζί του. Αυτό ωστόσο είναι η εξαίρεση. Είμαι επισκοπικός ιερέας επειδή έχω σχέση με τον επίσκοπο, μια σχέση απαραίτητη. Έχει βαθιά σημασία το γεγονός ότι κατά τη χειροτονία δίνεται όρκος υπακοής στον επίσκοπο. «Υπόσχομαι υπακοή σ’ εσένα, όπως και στους διαδόχους σου». Επισκοπικό πνεύμα σημαίνει σχέση με τον επίσκοπο την οποία οφείλει κανείς να εφαρμόζει και να την αυξάνει συνεχώς. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα καταστροφικό, αλλά μια κανονική πραγματικότητα. Κατά δεύτερο λόγο, το επισκοπικό πνεύμα εμπεριέχει μια σχέση με τους άλλους ιερείς, με όλο το πρεσβυτέριο. Δεν υπάρχει πνευματικότητα του επισκοπικού ιερέα χωρίς αυτές τις δύο σχέσεις: με τον επίσκοπο και με το πρεσβυτέριο. Και είναι απαραίτητες. «Εγώ, ναι, συνεννοούμαι καλά με τον επίσκοπο, αλλά δεν πηγαίνω στις συναντήσεις του κλήρου επειδή εκεί λένε βλακείες». Αλλά με αυτή τη στάση κάτι λείπει: δεν έχεις εκείνη την πραγματική πνευματικότητα του επισκοπικού ιερέα. Το πρόβλημα είναι εδώ: είναι απλό, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι εύκολο, επειδή δεν είναι εύκολο να συμφωνεί κανείς με τον επίσκοπο, επειδή ο ένας σκέφτεται με τον ένα τρόπο κι ο άλλος διαφορετικά, αλλά μπορεί κανείς να συζητήσει… και πρέπει να συζητήσει!  Μπορεί κανείς να το κάνει υψώνοντας τη φωνή; Να το κάνει! Πόσες φορές ένας γιος διαφωνεί με τον πατέρα του και, στο τέλος, μένουν πάντα πατέρας και γιος. Όταν όμως σ’ αυτές τις δύο σχέσεις, τόσο με τον επίσκοπο όσο και με το πρεσβυτέριο, εμφιλοχωρεί η διπλωματία, το Πνεύμα του Κυρίου δεν είναι εκεί, επειδή το πνεύμα της ελευθερίας λείπει. Πρέπει να έχει κανείς το θάρρος να πει: «Δεν σκέφτομαι έτσι, σκέφτομαι διαφορετικά», και επίσης να έχει την ταπείνωση να δεχτεί μια διόρθωση. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός αυτών των δύο σχέσεων; Οι φλυαρίες. Πολύ συχνά σκέφτομαι – επειδή κι εγώ έχω αυτόν τον πειρασμό να φλυαρώ, τον έχουμε μέσα μας, ο διάβολος ξέρει πως αυτός ο σπόρος καρποφορεί και γι’αυτό σπέρνει άφθονα – σκέφτομαι πως πρόκειται ίσως για μια συνέπεια της άγαμης ζωής που βιώνεται στη στειρότητα και όχι στη γονιμότητα.  Ένας άνθρωπος μόνος καταλήγει στην πικρία, δεν είναι γόνιμος και φλυαρεί σχετικά με τους άλλους. Είναι μια στάση που δεν κάνει καλό, είναι ακριβώς αυτό που εμποδίζει αυτή την ευαγγελική, πνευματική και γόνιμη σχέση με τον επίσκοπο και το πρεσβυτέριο. Τα κουτσομπολιά είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του επισκοπικού πνεύματος, δηλαδή της πνευματικότητας. Αλλά είσαι άνδρας, κι αν έχεις κάτι ενάντια στον επίσκοπό σου, πήγαινε και πες του το. Αλλά στη συνέχεια θα υπάρχουν συνέπειες που δεν θα είναι καλές. Θα σηκώσεις τον σταυρό σου, αλλά να είσαι άνδρας! Αν είσαι ώριμος άνθρωπος και βλέπεις κάτι στον αδελφό σου ιερέα που δεν σου αρέσει ή που νομίζεις πως είναι λανθασμένο, πήγαινε να του το πεις κατά πρόσωπο, ή αν βλέπεις πως δεν ανέχεται να τον διορθώνουν, πήγαινε πες το στον επίσκοπο ή στον πιο στενό φίλο αυτού του ιερέα, ώστε να μπορέσει να τον βοηθήσει να διορθωθεί. Αλλά μην το πεις στους άλλους: γιατί αυτό σημαίνει να λερώνει ο ένας τον άλλον. Κι ο διάβολος είναι ευτυχής μ’ αυτό το «συμπόσιο», γιατί έτσι προσβάλλει ακριβώς το κέντρο της πνευματικότητας του επισκοπικού κλήρου. Για μένα, τα κουτσομπολιά κάνουν μεγάλες ζημιές. Κι αυτά δεν είναι μετα-συνοδική καινοτομία… Ο απόστολος Παύλος χρειάστηκε ήδη να τα αντιμετωπίσει, θυμάστε τη φράση. «Εγώ είμαι του Παύλου, εγώ του Απολλώ…». Τα κουτσομπολιά είναι μια πραγματικότητα ήδη παρούσα στις αρχές της Εκκλησίας, επειδή ο δαίμονας δεν θέλει η Εκκλησία να είναι μια μητέρα γόνιμη, ενωμένη, χαρούμενη.  Αντίθετα, ποιο είναι το σημάδι ότι αυτές οι δύο σχέσεις, μεταξύ ιερέα και επισκόπου και μεταξύ ιερέα και των άλλων ιερέων, πηγαίνουν καλά; Είναι η χαρά. Όπως η πικρία είναι το σημάδι πως δεν υπάρχει αληθινή επισκοπική πνευματικότητα, επειδή λείπει μια ωραία σχέση με τον επίσκοπο ή με το πρεσβυτέριο, η χαρά είναι το σημάδι ότι τα πράγματα λειτουργούν. Μπορεί κανείς να συζητά, μπορεί να θυμώνει, αλλά υπάρχει η χαρά πάνω απ’ όλα, και είναι σημαντικό να υπάρχει πάντα σ’ αυτές τις δύο σχέσεις που είναι ουσιώδεις για την πνευματικότητα του επισκοπικού ιερέα.

Θα ήθελα να επανέλθω σε ένα άλλο σημάδι , στο σημάδι της πικρίας. Μια φορά στη Ρώμη, ένας ιερέας μου είπε: «Βλέπω ότι πολύ συχνά είμαστε μια Εκκλησία θυμωμένων ανθρώπων, πάντα θυμωμένων ο ένας εναντίον του άλλου· έχουμε πάντα κάποιο λόγο για  να θυμώνουμε». Αυτό φέρνει τη λύπη και την πικρία: δεν υπάρχει χαρά. Όταν βρίσκουμε, σε μια επισκοπή, έναν ιερέα που ζει έτσι θυμωμένος και μ’ αυτή την  ένταση, σκεφτόμαστε: αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να πίνει ξύδι με το πρωινό του. Στη συνέχεια στο γεύμα, λαχανικά διατηρημένα στο ξύδι και έπειτα, το βράδυ, ένα ωραίο στημένο λεμόνι. Έτσι η ζωή του δεν προχωρεί, επειδή είναι η εικόνα μιας Εκκλησίας θυμωμένων ανθρώπων. Αντίθετα η χαρά είναι το σημάδι ότι η Εκκλησία πάει καλά. Μπορεί κανείς να θυμώνει: είναι μάλιστα υγιές να θυμώνει κανείς κάθε τόσο. Αλλά η κατάσταση του θυμού δεν ανήκει στον Κύριο και οδηγεί στη λύπη και στη διαίρεση. Και στο τέλος, μιλήσατε για «την πιστότητα στον Θεό και στον άνθρωπο». Είναι το ίδιο μ’ εκείνο που είπαμε πιο πριν. Είναι η διπλή πιστότητα και η διπλή υπερβατικότητα: να είμαστε πιστοί στον Θεό σημαίνει να τον αναζητάμε, να ανοιγόμαστε σ’ αυτόν με την προσευχή, έχοντας στη μνήμη μας ότι Αυτός είναι πιστός, ότι δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του, ότι είναι πιστός για πάντα. Κι έπειτα ν’ ανοιγόμαστε στον άνθρωπο· είναι αυτή η ικανότητα να ερχόμαστε στη θέση του, αυτός ο σεβασμός, αυτός ο τρόπος να τον ακούμε, και στη συνέχεια να λέμε τη σωστή λέξη με υπομονή.

Πρέπει να σταματήσουμε από αγάπη προς τους πιστούς που περιμένουν… αλλά σας ευχαριστώ, πραγματικά, και σας παρακαλώ να προσεύχεστε για μένα, γιατί κι εγώ δοκιμάζω τις δυσκολίες κάθε επισκόπου και οφείλω κι εγώ να ξαναπαίρνω κάθε μέρα τον δρόμο της μεταστροφής. Η προσευχή του ενός για τον άλλον θα μας κάνει καλό για να πάμε μπροστά. Ευχαριστώ για την υπομονή σας.                                                                                                    

+