ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ RANIERO CANTALAMESSΑ O.F.M. Cap.

                                              Βασιλική Αγίου Πέτρου

                        Μεγάλη Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

 

 

Στη θεανθρώπινη ιστορία του Πάθους του Ιησού, βρίσκονται πολλές μικρότερες ιστορίες ανδρών και γυναικών που βρέθηκαν στην ακτίνα του φωτός ή της σκιάς του. Η πιο τραγική είναι η ιστορία του Ιούδα του Ισκαριώτη. Πρόκειται για ένα από τα λίγα γεγονότα για τα οποία μαρτυρούν με την ίδια έμφαση καθένα από τα τέσσερα Ευαγγέλια και τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Η πρώιμη χριστιανική κοινότητα απέδιδε μεγάλη σημασία σ’ αυτό το περιστατικό κι εμείς θα ήμασταν ασυγχώρητοι αν κάναμε διαφορετικά. Έχει πολλά να μας μάθει.

 

Ο Ιούδας εξελέγη από την πρώτη αρχή να είναι ένας από τους Δώδεκα. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, παρεμβάλλοντας το όνομά του στον κατάλογο των Αποστόλων, αναφέρει, ‘‘ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ έγένετο προδότης’’(Λκ 6, 16). Ο Ιούδας, λοιπόν, δεν ήταν γεννημένος προδότης και δεν ήταν προδότης τον καιρό που τον επέλεξε ο Ιησούς· έγινε προδότης! Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα σκοτεινότερα δράματα της ανθρώπινης ελευθερίας.

 

Γιατί έγινε προδότης ; Στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, όταν η θεωρία ενός ‘‘επαναστατικού Ιησού’’ ήταν στη μόδα, οι άνθρωποι δοκίμαζαν ν’ αποδώσουν ιδεαλιστικά κίνητρα στην πράξη του Ιούδα. Μερικοί είδαν το όνομά του ‘‘Ισκαριώτης’’ ως παραφθορά της λέξης sicariot,που σήμαινε κάποιον που ανήκε σε μια ομάδα εξτρεμιστών ζηλωτών οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ένα είδος στιλέτου (sica) εναντίον των Ρωμαίων· άλλοι σκέφτηκαν πως ο Ιούδας απογοητεύτηκε από τον τρόπο με τον οποίον ο Ιησούς προωθούσε την ιδέα του ‘‘της Βασιλείας του Θεού’’ και ήθελε να τον αναγκάσει να δράσει εναντίον των εθνικών και στο πολιτικό επίπεδο. Αυτός είναι ο Ιούδας του περίφημου μιούζικαλ Ιησούς Χριστός Σουπερστάρ και άλλων πρόσφατων ταινιών και μυθιστορημάτων – ένας Ιούδας που μοιάζει μ’ έναν άλλο περίφημο προδότη του ευεργέτη του, τον Βρούτο, που σκότωσε τον Ιούλιο Καίσαρα για να σώσει τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία ! 

 

Αυτά είναι ανασκευές, σεβαστές αν έχουν κάποια λογοτεχνική ή καλλιτεχνική αξία, αλλά δεν έχουν οπωσδήποτε ιστορική βάση. Τα Ευαγγέλια – οι μόνες αξιόπιστες πηγές που έχουμε για τον χαρακτήρα του Ιούδα – μιλούν για ένα περισσότερο προσγειωμένο κίνητρο : το χρήμα. Ο Ιούδας ήταν εκείνος στον οποίον η ομάδα των μαθητών είχε εμπιστευθεί το κοινό ταμείο· στο περιστατικό της προσφοράς του μύρου στη Βηθανία, ο Ιούδας διαμαρτυρήθηκε για την απώλεια του πολύτιμου μύρου που το έχυσε η Μαρία στα πόδια του Ιησού, όχι επειδή ενδιαφερόταν για τους φτωχούς αλλά, όπως σημειώνει ο Ιωάννης, ‘‘επειδή ήταν κλέφτης και, καθώς διαχειριζόταν το κοινό ταμείο, συχνά κρατούσε για τον εαυτό του από τα χρήματα που έβαζαν σ’αυτό’’(Ιω 12, 6). Η πρότασή του στους αρχιερείς είναι σαφής :‘‘Τι θα μου δώσετε, κι εγώ θα σας τον παραδώσω. Κι αυτοί του μέτρησαν τριάντα αργύρια’’ (Μτ 26, 15).

 

Αλλά γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται τόσο από αυτή την εξήγηση, βρίσκοντάς την υπερβολικά κοινή; Ο Μαμωνάς, το χρήμα, δεν είναι ακριβώς ένα είδωλο μεταξύ πολλών : είναι το κατ’ εξοχήν είδωλο, κυριολεκτικά ‘‘ένας χυτός θεός’’( Εξ 34, 17). Και ξέρουμε γιατί πρόκειται περί αυτού. Ποιος είναι αντικειμενικά, αν όχι υποκειμενικά (δηλαδή στην πραγματικότητα και όχι μόνο στην πρόθεση), ο αληθινός εχθρός, ο αντίπαλος του Θεού σ’ αυτό τον κόσμο ; Ο Σατανάς ; Αλλά κανείς δεν επιλέγει να υπηρετήσει τον Σατανά χωρίς κίνητρο. Εκείνοι που το κάνουν, είναι γιατί πιστεύουν πως θα πετύχουν ένα είδος δύναμης ή πρόσκαιρα αγαθά από αυτόν. Ο Ιησούς μας λέει καθαρά ποιος είναι ο άλλος κύριος, ο αντι-Θεός : ‘‘Κανείς δεν μπορεί να είναι δούλος σε δύο κυρίους… Δεν μπορείτε να είστε δούλοι και στον Θεό και στο χρήμα’’ (Μτ 6, 24). Το χρήμα είναι ο ‘‘ορατός θεός’’ (Σέξπηρ, Τίμων ο Αθηναίος) Πρ 4η , σκ.3η ) σε αντίθεση προς τον αληθινό Θεό που είναι αόρατος.

 

Ο Μαμωνάς είναι αντι-Θεός επειδή δημιουργεί ένα εναλλακτικό πνευματικό σύμπαν· μετατοπίζει την πρόθεση των θεολογικών αρετών. Πίστη, ελπίδα και αγάπη δεν τοποθετούνται πια στον Θεό, αλλά στο χρήμα. Συμβαίνει μια απαίσια ανατροπή όλων των αξιών. Η Γραφή λέει, ‘‘Όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει’’(Μκ 9, 23)· αλλά ο κόσμος λέει : ‘‘Όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που έχει χρήμα’’. Και σε ένα κάποιο επίπεδο, όλα τα γεγονότα φαίνεται να υποστηρίζουν το δεύτερο.

 

‘‘Η φιλαργυρία’’, λέει η Γραφή, ‘‘είναι η ρίζα όλων των κακών’’ (1Τιμ 6, 10). Θυμόμαστε από τη Βίβλο τον Μολώχ στον οποίον θυσιάζονταν νέα αγόρια και κορίτσια (Ιερ 32, 35) ή τον θεό των Αζτέκων για τον οποίον απαιτείτο καθημερινά να θυσιαστούν αρκετές ανθρώπινες καρδιές. Τι κρύβεται πίσω από την επιχείρηση ναρκωτικών που καταστρέφει τόσο πολλές ανθρώπινες ζωές, πίσω από το φαινόμενο της μαφίας, πίσω από την πολιτική διαφθορά, πίσω από τη βιομηχανία και το εμπόριο όπλων, και ακόμα πίσω – πόσο τρομερό και να το αναφέρει κανείς – από την πώληση ανθρωπίνων οργάνων παρμένων από παιδιά ; Και η οικονομική κρίση που πέρασε όλος ο κόσμος, και που αυτή η χώρα την περνάει ακόμα, δεν οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην ‘‘καταραμένη πείνα για χρυσό’’, την auri sacra fames (Bιργιλ. Αινειάδα, 3. 56-57), από μέρους μερικών ; Ο Ιούδας ξεκίνησε παίρνοντας χρήματα από το κοινό ταμείο. Αυτό δεν λέει κάτι σε μερικούς διαχειριστές των κοινών πόρων ;

 

Όπως όλα τα είδωλα, το χρήμα είναι ‘‘ψεύτικο και απατηλό’’ : υπόσχεται ασφάλεια και, αντίθετα, την αφαιρεί· υπόσχεται ελευθερία και, αντίθετα, την καταστρέφει. Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης, με ασυνήθιστη αυστηρότητα, περιγράφει το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που έζησε μόνο για να αυξάνει το ‘‘κεφάλαιό’’ του. Πλησιάζει ο θάνατος, και καλείται ο ιερέας. Ρωτάει τον ετοιμοθάνατο, ‘‘Θέλεις άφεση για όλες τις αμαρτίες σου ;’’ και απαντάει, ‘‘Ναι’’. Τότε ο ιερέας ρωτάει : ‘‘Είσαι έτοιμος να επανορθώσεις τα λάθη που έκανες αποκαθιστώντας τα πράγματα που αφαίρεσες με απάτη από τους άλλους ;’’ Ο ετοιμοθάνατος απαντάει, ‘‘Δεν μπορώ’’. ‘‘Γιατί δεν μπορείς ;’’… ‘‘Επειδή έχω ήδη αφήσει καθετί στα χέρια των συγγενών μου και των φίλων μου’’. Κι έτσι πεθαίνει χωρίς μετάνοια, και το σώμα του αρχίζει να κρυώνει όταν οι συγγενείς και οι φίλοι του λένε, ‘‘Κολασμένη να ‘ναι η ψυχή του! Μπορούσε να είχε κερδίσει περισσότερα λεφτά να μας αφήσει, αλλά δεν το ‘κανε’’( Αγίου Φραγκίσκου, Επιστολή στους πιστούς 12 , Fonti Francescane,205).

 

Πόσες φορές αυτές τις μέρες ξανασκεφτήκαμε εκείνη την κραυγή του Ιησού προς τον πλούσιο της παραβολής που είχε αποθηκεύσει ατέλειωτα πλούτη και νόμιζε πως ήταν ασφαλής για την υπόλοιπη ζωή του : ‘‘Ανόητε! Αυτή τη νύχτα θα παραδώσεις τη ζωή σου. Αυτά, λοιπόν, που ετοίμασες σε ποιον θ’ ανήκουν ;’’(Λκ 12, 20).

 

Η προδοσία του Ιούδα συνεχίζεται μέσα από την ιστορία, κι εκείνος που προδίδεται είναι πάντα ο Ιησούς. Ο Ιούδας πούλησε την κεφαλή, ενώ οι μιμητές του πουλούν το σώμα του, γιατί οι φτωχοί είναι μέλη του σώματος του Χριστού, άσχετο αν το ξέρουν ή όχι. ‘‘Αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδελφούς μου, τα κάνατε για μένα’’ (Μτ 25, 40). Ωστόσο, η προδοσία του Ιούδα δεν συνεχίζεται μόνο στα υψηλού επιπέδου είδη περιπτώσεων που ανέφερα. Θα ήταν άνετο για μας να σκεφτόμαστε έτσι, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Η ομιλία που έκανε ο Fr Primo Mazzolari τη Μεγάλη Πέμπτη 1958 περί του ‘‘Αδελφού μας Ιούδα’’ παραμένει περίφημη. ‘‘Επιτρέψτε μου’’, είπε στους λίγους ενορίτες που είχε μπροστά του, ‘‘να σκεφτώ για μια στιγμή τον Ιούδα που είναι μέσα μου, τον Ιούδα που ίσως είναι και μέσα σας’’.

 

Μπορεί κανείς να προδώσει τον Ιησού όχι για 30 αργύρια, αλλά και για άλλων ειδών αμοιβή. Ο λειτουργός του Θεού που δεν είναι πιστός στο αξίωμά του με τον τρόπο της ζωής του, ή αντί να τρέφει το ποίμνιο που του έχουν εμπιστευθεί τρέφει τον εαυτό του, προδίδει τον Ιησού. Όποιος προδίδει τη συνείδησή του προδίδει τον Ιησού. Μπορεί ακόμα να τον προδίδω αυτήν ακριβώς τη στιγμή – κι αυτό με κάνει να τρέμω – αν ενώ κηρύττω για τον Ιούδα, μ’ ενδιαφέρει περισσότερο η επιδοκιμασία του ακροατηρίου παρά η μετοχή μου στην απέραντη θλίψη του Σωτήρα. Υπάρχει ένα ελαφρυντικό στην περίπτωση του Ιούδα που δεν το έχω εγώ. Αυτός δεν ήξερε ποιος ήταν ο Ιησούς και τον θεωρούσε απλώς ως ‘‘δίκαιον’’· δεν ήξερε , όπως ξέρουμε εμείς, ότι ήταν ο Υιός του Θεού.

 

Κάθε χρόνο, καθώς πλησιάζει το Πάσχα, επιδιώκω να ακούω και πάλι τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ. Το έργο αυτό περιέχει μια λεπτομέρεια

που με κάνει κάθε φορά να δειλιάζω. Στην αναγγελία της προδοσίας του Ιούδα, όλοι οι Απόστολοι ρωτούν τον Ιησού, ‘‘Μη τι εγώ, Κύριε ;’’ Πριν μας αφήσει να ακούσουμε την απάντηση του Χριστού, ο συνθέτης – εξαλείφοντας την απόσταση μεταξύ του γεγονότος και της μνημόνευσής του – παρεμβάλλει ένα χορικό που αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια : ‘‘Είμαι εγώ· εγώ είμαι ο προδότης! Πρέπει να κάνω επανορθώσεις για τις αμαρτίες μου’’. Όπως όλα τα χορικά σ’ αυτό το μουσικό έργο, κι αυτό το χορικό εκφράζει το αίσθημα του λαού που ακούει. Είναι επίσης μια πρόσκληση για μας να ομολογήσουμε τις αμαρτίες μας.

 

Το Ευαγγέλιο περιγράφει το φρικώδες τέλος του Ιούδα : ‘‘Όταν έμαθε ο Ιούδας που τον είχε προδώσει πως καταδικάστηκε ο Ιησούς, μεταμελήθηκε· επέστρεψε τα 30 αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους και είπε, ‘αμάρτησα γιατί παρέδωσα στον θάνατο έναν αθώο’. Αυτοί είπαν, ‘Τι έχει να κάνει αυτό μ’ εμάς ; Δικός σου λογαριασμός’. Και αφού πέταξε κάτω τα αργύρια, έφυγε· και πήγε και κρεμάστηκε’’(Μτ 27, 3-5). Αλλά ας μη βιαστούμε να κρίνουμε στο σημείο αυτό. Ο Ιησούς ποτέ δεν εγκατέλειψε τον Ιούδα, και κανείς δεν ξέρει, αφού κρεμάστηκε από ένα δέντρο μ’ ένα σκοινί γύρω στον λαιμό του, πού κατέληξε : στα χέρια του Σατανά ή στα χέρια του Θεού. Ποιος μπορεί να πει τι έγινε στην ψυχή του εκείνες τις τελευταίες στιγμές ; ‘‘Φίλε’’ ήταν η τελευταία λέξη που του απηύθυνε ο Ιησούς, και δεν θα μπορούσε να την είχε ξεχάσει, όπως ακριβώς δεν θα μπορούσε να είχε ξεχάσει το βλέμμα του Ιησού.

 

Είναι αλήθεια ότι, μιλώντας στον Πατέρα για τους μαθητές του, ο Ιησούς είχε πει σχετικά με τον Ιούδα, ‘‘Κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε, παρά μόνο ο γιος της απώλειας’’(Ιω 17,12). Αλλά εδώ, όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, μιλάει με την προοπτική του χρόνου και όχι της αιωνιότητας. Το τεράστιο μέγεθος αυτής της προδοσίας είναι από μόνο του αρκετό, δεν χρειάζεται και μια αιώνια αποτυχία για να εξηγήσουμε το άλλο φοβερό που είπε για τον Ιούδα : ‘‘Θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί’’(Μκ 14, 21). Η αιώνια μοίρα ενός ανθρώπου είναι ένα απαραβίαστο μυστικό που το φυλάει ο Θεός. Η Εκκλησία μάς βεβαιώνει πως ένας άνδρας ή μια γυναίκα που ανακηρύχθηκαν άγιοι βιώνουν αιώνια μακαριότητα, αλλά αυτή η ίδια δεν ξέρει με βεβαιότητα ότι κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο είναι στην κόλαση.

 

Εδώ βρίσκεται εκείνο που η ιστορία του αδελφού μας Ιούδα μας ωθεί να κάνουμε : να παραδώσουμε τον εαυτό μας στον Ένα που ελεύθερα συγχωρεί, και να ριχτούμε στα τεντωμένα χέρια του Σταυρωμένου. Το πιο σημαντικό στην ιστορία του Ιούδα δεν είναι η προδοσία του, αλλά η αντίδραση του Ιησού σ’ αυτήν. Εκείνος ήξερε τι γινόταν μέσα στην καρδιά του μαθητή του, αλλά δεν το φανέρωσε· ήθελε να δώσει στον Ιούδα την ευκαιρία ακριβώς ως την τελευταία στιγμή να επιστρέψει, και σχεδόν τον προάσπιζε. Ξέρει για ποιο λόγο ο Ιούδας ήρθε στον κήπο των ελαιών, αλλά δεν αρνείται να δεχτεί το ψυχρό του φίλημα και φτάνει ως το σημείο να τον αποκαλέσει ‘‘φίλο’’(Μτ 26, 50). Αναζητά τον Πέτρο μετά την άρνησή του για να τον συγχωρήσει, ποιος ξέρει, λοιπόν, πώς μπορεί να αναζήτησε τον Ιούδα σε κάποιο σημείο της πορείας του προς τον Γολγοθά!

 

Τι, λοιπόν, θα κάνουμε ; Ποιον θ’ ακολουθήσουμε, τον Ιούδα ή τον Πέτρο; O Πέτρος μεταμελήθηκε για ό,τι έκανε, αλλά και ο Ιούδας μεταμελήθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε να φωνάξει, ‘‘Παρέδωσα αίμα αθώον!’’ κι επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια. Τότε, πού βρίσκεται η διαφορά ; Μόνο σ’ ένα πράγμα : ο Πέτρος είχε εμπιστοσύνη στην ευσπλαχνία του Χριστού, ενώ ο Ιούδας δεν είχε! Η μεγαλύτερη αμαρτία του Ιούδα δεν ήταν ότι πρόδωσε τον Χριστό, αλλά ότι αμφέβαλλε για την ευσπλαχνία του.

 

Αν έχουμε μιμηθεί τον Ιούδα στην προδοσία του, άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο, ας μην τον μιμηθούμε στην έλλειψη εμπιστοσύνης στη συγγνώμη.

 

Η εξομολόγηση μας δίνει την ευκαιρία να βιώσουμε για τον εαυτό μας εκείνο που λέει η Εκκλησία για την αμαρτία του Αδάμ τη νύχτα του Πάσχα στο Exultet: ‘‘Ω μακάριο λάθος που απέκτησες ένα τόσο μεγάλον,

τόσο ένδοξο Λυτρωτή!’’ Ο Ιησούς γνωρίζει πώς να παίρνει όλες τις αμαρτίες μας, άπαξ και έχουμε μετανιώσει, και να τις κάνει ‘‘μακάρια λάθη’’, λάθη που δεν θα έπρεπε να τα θυμόμαστε παρά μόνο για την εμπειρία του ελέους και της θείας τρυφερότητας που προκάλεσαν.

 

Έχω μια ευχή για μένα και για όλους εσάς, σεβαστοί Πατέρες, αδελφοί και αδελφές : το πρωί του Πάσχα να ξυπνήσουμε και ν’ αφήσουμε τις λέξεις ενός μεγάλου μετανοημένου των σύγχρονων καιρών, του Πωλ Κλωντέλ, ν’ αντηχήσουν στην καρδιά μας : ‘‘Θεέ μου, αναγεννήθηκα, και είμαι πάλι μαζί Σου!

 

Κοιμόμουν, τεντωμένος ακίνητος σαν νεκρός τη νύχτα. Είπες, ‘‘Γενηθήτω φως’’! και ξύπνησα όπως ακούγεται μια κραυγή…!

 

Πατέρα μου, Εσύ που μου έδωσες ζωή πριν την Αυγή, θέτω τον εαυτό μου μέσα στην Παρουσία Σου.

 

Η καρδιά μου είναι ελεύθερη και το στόμα μου καθαρισμένο· το σώμα και το πνεύμα μου νηστεύουν. Έχω απαλλαγεί απ’ όλες τις αμαρτίες μου, που τις εξομολογήθηκα μία προς μία.

 

Το δαχτυλίδι του γάμου είναι στο δάχτυλό μου και η όψη μου πλυμένη. Είμαι σαν μια αθώα ύπαρξη μέσα στη χάρη που έριξες πάνω μου’’(Προσευχή για το πρωί της Κυριακής, στα OEuvres poétiques, 

Gallimard, Paris,1967, σελ.377).

 

Αυτό είναι ό,τι μπορεί να κάνει για μας το Πάσχα του Χριστού.