Χρισμένοι με το έλαιον αγαλλιάσεως                      

Αγαπητοί Αδελφοί Ιερείς,

Στο αιώνιο ‘‘σήμερα’’ της Μεγάλης Πέμπτης, όπου ο Χριστός μάς αγάπησε εις τέλος (Ιω 13, 1), φέρνουμε στη μνήμη μας την ευτυχή ημέρα της εγκαθίδρυσης της ιεροσύνης, όπως και την ημέρα της δικής μας χειροτονίας. Ο Κύριος μας έχρισε εν Χριστώ με το έλαιον αγαλλιάσεως, και αυτό το χρίσμα μας καλεί να δεχτούμε και να εκτιμήσουμε αυτή τη μεγάλη δωρεά : την αγαλλίαση, τη χαρά να είναι κανείς ιερέας. Η ιερατική χαρά είναι θησαυρός ανεκτίμητος, όχι μόνο για τον ίδιο τον ιερέα, αλλά και για ολόκληρο τον  πιστό λαό του Θεού : αυτόν τον πιστό λαό από τον οποίο εκλήθη να χρισθεί και στον οποίον, με τη σειρά του, εστάλη για να τον χρίσει.

 

Χρισμένοι με το έλαιον αγαλλιάσεως, ώστε να χρίουμε άλλους με το έλαιον αγαλλιάσεως. Η χαρά της ιεροσύνης πηγάζει από την αγάπη του Πατέρα, και ο Κύριος εύχεται η χαρά αυτής της Αγάπης να είναι ‘‘δική μας’’ και να είναι  ‘‘ολοκληρωμένη’’ (Ιω 15,11). Μ’ αρέσει να σκέφτομαι τη χαρά, αναλογιζόμενος την Κυρία Θεοτόκο, επειδή η Μαρία, η ‘‘Μητέρα του ζωντανού Ευαγγελίου, είναι πηγή χαράς για τους ελάχιστους του Θεού’’ (Evangelii Gaudium, 288). Δεν νομίζω πως είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ο ιερέας είναι πράγματι πολύ ελάχιστος : η ασύγκριτη μεγαλοσύνη της δωρεάς που μας δόθηκε με την ιεροσύνη μάς κατατάσσει μεταξύ των ελαχίστων. Ο ιερέας είναι ο φτωχότερος των ανθρώπων, εκτός αν ο Ιησούς τον πλουτίζει με τη δική του φτώχια, ο πιο άχρηστος δούλος, εκτός αν ο Ιησούς τον αποκαλεί φίλο του, ο πιο αμαθής των ανθρώπων, εκτός αν ο Ιησούς τον διδάσκει με υπομονή  όπως τον Πέτρο, ο πιο εύθραυστος των χριστιανών, εκτός αν ο Καλός Ποιμένας τον δυναμώνει στο μέσο του ποιμνίου. Κανείς δεν είναι τόσο ‘‘ελάχιστος’’ όσο ένας ιερέας αφημένος στις δυνάμεις του· γι’ αυτό η προσευχή μας για προστασία ενάντια σε κάθε παγίδα του Εναντίου είναι η προσευχή της Μητέρας μας : είμαι ιερέας, επειδή εκείνος επέβλεψε επί την ταπείνωσή μου (Λκ 1, 48). Και σ’ αυτή την ταπείνωση βρίσκουμε τη χαρά μας. Χαρά μέσα στην ταπεινοσύνη μας !

 

Για μένα, υπάρχουν τρία σημαντικά χαρακτηριστικά της ιερατικής μας χαράς.  Είναι χαρά που μας χρίει (όχι που μας ‘‘λιπαίνει’’, κάνοντάς μας ευτραφείς, επιβλητικούς και υπεροπτικούς), είναι χαρά άφθαρτη και είναι χαρά ιεραποστολική που σκορπάει και ελκύει, αρχίζοντας ανάποδα - μ’ εκείνους που είναι πιο μακριά μας.

 

Χαρά που μας χρίει. Με μια λέξη : έχει εισχωρήσει βαθιά μέσα στην καρδιά μας, την έχει διαμορφώσει και ενδυναμώσει μυστηριακά. Το τυπικό της Λειτουργίας της χειροτονίας εκφράζει τη μητρική επιθυμία της Εκκλησίας να μεταδώσει και να μοιραστεί με άλλους όλα όσα μας έδωσε ο Κύριος : την επίθεση των χειρών, τη χρίση με το άγιο χρίσμα, την ένδυση με τα ιερά άμφια, την πρώτη καθαγίαση που ακολουθεί αμέσως μετά... Η θεία χάρη μάς γεμίζει ως που παίρνει, και ξεχειλίζει, ακέραιη, άφθονη και ολοκληρωμένη σε κάθε ιερέα. Είμαστε χρισμένοι ως στα ίδια μας τα κόκαλα... και η χαρά μας που ξεπηδά από βαθιά μέσα μας είναι η ηχώ αυτού του χρίσματος.

 

Μια άφθαρτη χαρά. Η πληρότητα της Δωρεάς, που κανείς δεν μπορεί να την αφαιρέσει ή να την αυξήσει, είναι μια ακένωτη πηγή χαράς : μιας άφθαρτης χαράς που ο Κύριος μας υποσχέθηκε ότι κανείς δεν μπορεί να μας την πάρει (Ιω 16, 22). Μπορεί η αμαρτία ή οι μέριμνες της ζωής να την κοιμίζουν ή να την πνίγουν, αλλά στο βάθος μένει ανέπαφη, όπως το αναμμένο κάρβουνο ενός καμένου κούτσουρου κάτω από τις στάχτες, και μπορεί πάντα να αναζωπυρωθεί. Η προτροπή του Παύλου στον Τιμόθεο παραμένει πάντα επίκαιρη : Σου υπενθυμίζω να αναζωπυρώνεις τη δωρεά του Θεού, που την έλαβες όταν έθεσα τα χέρια μου στο κεφάλι σου (2 Τιμ 1, 6).

 

Μια ιεραποστολική χαρά. Θα ήθελα ειδικά να μοιραστώ μαζί σας και να τονίσω αυτό το τρίτο χαρακτηριστικό : η χαρά του ιερέα είναι βαθιά δεμένη με τον άγιο και πιστό λαό του Θεού, επειδή είναι μια κατ’ εξοχήν ιεραποστολική χαρά. Το νόημα του χρίσματός μας είναι να χρίει τον άγιο και πιστό λαό του Θεού : να τους βαφτίζει και να τους οδηγεί στην πρώτη αγία Κοινωνία, να τους θεραπεύει και να τους αγιάζει, να τους ευλογεί, να τους παρηγορεί και να τους μεταφέρει το μήνυμα του Ευαγγελίου. Και αφού αυτή η χαρά εμφανίζεται μόνο όταν ο ποιμένας βρίσκεται ανάμεσα στο ποίμνιό του (γιατί ακόμα και μέσα στη σιγή της προσευχής του, ο ποιμένας που λατρεύει τον Πατέρα βρίσκεται μαζί με το ποίμνιό του), είναι μια  ‘‘φυλασσόμενη χαρά’’ που την προσέχει το ίδιο το ποίμνιο. Ακόμα και σ’ εκείνες τις θλιμμένες στιγμές, όταν όλα μοιάζουν σκοτεινά και ένα αίσθημα μόνωσης μας διακατέχει, σ’ εκείνες τις στιγμές της απάθειας και της πλήξης που κατά καιρούς μας καταβάλλουν στην ιερατική μας ζωή (τις οποίες κι εγώ τις έχω δοκιμάσει), ακόμα και σ’ αυτές τις στιγμές ο λαός του Θεού μπορεί να ‘‘φυλάττει’’ αυτή τη χαρά· αυτοί μπορούν να σας προστατεύουν, να σας αγκαλιάζουν και να σας βοηθούν ν’ ανοίγετε την καρδιά σας και να ξαναβρίσκετε μια ανανεωμένη χαρά.

Μια ‘‘φυλασσόμενη χαρά’’: φυλασσόμενη από το ποίμνιο, αλλά και από τρεις αδελφές που την περιβάλλουν, την επιβλέπουν και αμύνονται γι’ αυτήν : η αδελφή πτωχεία, η αδελφή πιστότητα και η αδελφή υπακοή.

 

Η χαρά των ιερέων έχει αδελφή της την πτωχεία. Ο ιερέας είναι φτωχός σ’ ότι αφορά την καθαρά ανθρώπινη χαρά. Έχει παραιτηθεί από τόσο πολλά ! Και επειδή είναι τόσο φτωχός, αυτός, που δίνει τόσο πολλά στους άλλους, πρέπει ν’ αναζητά τη χαρά του από τον Κύριο και από τον πιστό λαό του Θεού. Δεν χρειάζεται να προσπαθεί να τη δημιουργήσει για τον εαυτό του. Ξέρουμε πως ο λαός μας είναι πολύ γενναιόδωρος στις ευχαριστίες του προς τους ιερείς για τη μικρότερη ευλογία τους και ειδικά για τα Μυστήρια.

Πολλοί, όταν γίνεται λόγος για την κρίση ταυτότητας των ιερέων, δεν συνειδητοποιούν ότι ταυτότητα προϋποθέτει να ανήκεις κάπου. Δεν υπάρχει ταυτότητα - και επομένως χαρά της ζωής - χωρίς μια ενεργό και σταθερή αίσθηση ότι ανήκει κάποιος στον πιστό λαό του Θεού (Evangelii Gaudium, 268). O ιερέας που προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του ως ιερέως με ψυχο-αναζητήσεις και ενδοσκοπήσεις μπορεί ίσως να μη βρει τίποτα περισσότερο από ενδείξεις που γράφουν  ‘‘έξοδος’’ : έξοδος από τον εαυτό σου, έξοδος προς αναζήτηση του Θεού στη λατρεία, βγες και δώσε στον λαό σου εκείνο που το εμπιστεύτηκαν σ’ εσένα, γιατί ο λαός σου θα σε κάνει να αισθανθείς και να γευτείς ποιος είσαι, ποιο είναι το όνομά σου, ποια είναι η ταυτότητά σου, και θα σε κάνει να χαρείς για εκείνο το εκατονταπλάσιο που έχει υποσχεθεί ο Κύριος σε όσους τον υπηρετούν. Αν δεν βγεις από τον εαυτό σου, το έλαιον γίνεται πικρό, και το χρίσμα δεν μπορεί να καρποφορήσει. Να βγει κανείς από τον εαυτό του προϋποθέτει αυταπάρνηση· σημαίνει πτωχεία.

 

Η χαρά των ιερέων έχει αδελφή της την πιστότητα. Όχι πρωτίστως με την έννοια ότι είμαστε όλοι ‘‘άμωμοι’’ (μακάρι με τη χάρη του Θεού να είμαστε!), επειδή είμαστε αμαρτωλοί, αλλά με την έννοια μιας ολοένα ανανεούμενης πιστότητας στη μία Νύμφη, στην Εκκλησία. Εδώ η καρποφορία είναι το κλειδί. Τα πνευματικά παιδιά που δίνει ο Κύριος σε κάθε ιερέα, τα παιδιά που έχει βαφτίσει, οι οικογένειες που τις έχει ευλογήσει και βοηθήσει στην πορεία τους, οι άρρωστοι που τους έχει ανακουφίσει, οι νέοι που τους κατηχεί και τους βοηθάει να ενηλικιωθούν, οι φτωχοί που τους παραστέκεται... όλοι αυτοί είναι η  ‘‘Νύμφη’’, προς την οποία χαίρεται να  φέρεται όπως προς την υπέρτατη και μοναδική του αγάπη, και στην οποία είναι σταθερά πιστός. Είναι η ζώσα Εκκλησία, με όνομα και επώνυμο, την οποία ο ιερέας ποιμαίνει στην ενορία του ή στην αποστολή που του έχουν εμπιστευθεί. Αυτή η αποστολή τού φέρνει χαρά όποτε είναι πιστός σ’ αυτήν, όποτε κάνει όλα όσα οφείλει να κάνει και αφήνει να φύγουν όλα όσα οφείλει να αφήσει να φύγουν, για να μείνει σταθερός ανάμεσα στο ποίμνιο που ο Κύριος εμπιστεύθηκε σ’ αυτόν : Ποίμαινε τα πρόβατά μου (Ιω 21,  16,17).

 

Η χαρά των ιερέων έχει αδελφή της την υπακοή. Μια υπακοή στην ιεραρχία της Εκκλησίας που μας δίνει, όπως πάντα, όχι μόνο το εξωτερικό πλαίσιο για την υπακοή μας : την ενορία στην οποία μ’ έχουν στείλει, τις λειτουργικές μου αναθέσεις, την ιδιαίτερη εργασία μου... αλλά επίσης την ένωση με τον Θεό Πατέρα, την πηγή κάθε πατρότητας. Είναι επίσης μια υπακοή στην Εκκλησία που διακονεί : με διαθεσιμότητα και ετοιμότητα να υπηρετήσω οποιονδήποτε, πάντα και όσο καλύτερα μπορώ, ακολουθώντας το παράδειγμα της  ‘‘Παναγίας της Σπουδής’’ (Λκ 1, 39, μετά σπουδής), που σπεύδει να υπηρετήσει την Ελισάβετ, τη συγγενή της, και νοιάζεται για την κουζίνα της Κανά, όταν το κρασί φτάνει στο τέλος του. Η διαθεσιμότητα των ιερέων της κάνει την Εκκλησία σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, καταφύγιο για αμαρτωλούς, εστία για ανθρώπους που ζουν στους δρόμους, χώρο αγαπώσης φροντίδας για αρρώστους, κατασκήνωση για νέους, αίθουσα διδασκαλίας για κατηχούμενα παιδιά που πλησιάζουν στην ώρα της Πρώτης τους Κοινωνίας... Όπου κι αν ο λαός του Θεού έχει επιθυμίες ή ανάγκες, εκεί ο ιερέας είναι παρών, αυτός που ξέρει πώς να ακούει ( ob-audire) και αισθάνεται μια γεμάτη αγάπη προσταγή από τον Χριστό που τον στέλνει να ανακουφίσει αυτή την ανάγκη με ευσπλαχνία ή να ενθαρρύνει εκείνες τις καλές επιθυμίες με δημιουργική καλοσύνη.

 

Όλοι όσοι έχουν κληθεί πρέπει να ξέρουν πως υπάρχει σ’ αυτό τον κόσμο μια αυθεντική και ολοκληρωμένη χαρά: είναι η χαρά να μας παίρνουν από τον λαό που αγαπάμε και να μας στέλνουν πίσω σ’ αυτούς ως διανεμητές των δωρεών και συμβουλών του Ιησού, του ενός Καλού Ποιμένα ο οποίος, με βαθιά συμπάθεια για όλους τους ελάχιστους και τους απόκληρους αυτής της γης, τους βασανισμένους και καταπιεσμένους σαν πρόβατα χωρίς ποιμένα, θέλει να συνδέσει πολλούς άλλους στο λειτούργημά του, ώστε αυτός ο ίδιος να παραμένει μαζί μας και να εργάζεται, στο πρόσωπο των ιερέων του, για το καλό του λαού του.

 

Αυτή τη Μεγάλη Πέμπτη, παρακαλώ τον Κύριο Ιησού να δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους ν’ ανακαλύψουν εκείνον τον φλογερό ζήλο που η χαρά ανάβει στην καρδιά μας μόλις έχουμε την ξαφνική τόλμη που απαιτείται για ν’ ανταποκριθούμε πρόθυμα στην κλήση του.

 

Αυτή τη Μεγάλη Πέμπτη, παρακαλώ τον Κύριο Ιησού να διατηρήσει τη χαρά που λάμπει στα μάτια των πρόσφατα χειροτονημένων που ξεκινούν να κατακτήσουν τον κόσμο, να αναλωθούν πλήρως μέσα στον πιστό λαό του Θεού, χαρούμενοι καθώς θα ετοιμάζουν την πρώτη τους ομιλία, την πρώτη τους Λειτουργία, την πρώτη τους Βάπτιση, την πρώτη τους εξομολόγηση... Είναι η χαρά από το γεγονός ότι μπορείτε να μοιράζεστε έκθαμβοι, και για πρώτη φορά ως χριστοί του Θεού, τον θησαυρό του Ευαγγελίου και να αισθάνεστε τον πιστό λαό να σας χρίει και πάλι, με έναν άλλο ωστόσο τρόπο : με τα αιτήματά τους, με το σκύψιμο της κεφαλής για να λάβουν την ευλογία σας, κρατώντας τα χέρια σας, φέρνοντάς σας τα παιδιά τους, ικετεύοντας για τους ασθενείς τους... Διατήρησε, Κύριε, στους νέους ιερείς σου τη χαρά να προχωρούν, να κάνουν το καθετί σαν να το κάνουν για πρώτη φορά, τη χαρά να αναλώνουν πλήρως τη ζωή τους για σένα.

 

Αυτή την Πέμπτη της ιεροσύνης, ζητώ από τον Κύριο Ιησού να επιβεβαιώσει τη χαρά της ιεροσύνης εκείνων που είναι ήδη λειτουργοί για αρκετά χρόνια. Τη χαρά που, χωρίς να χάνεται από τα μάτια τους, ακουμπάει και στους ώμους εκείνων που φέρουν το βάρος του λειτουργήματος. Εκείνων των ιερέων που, αφού δοκίμασαν τις αποστολικές εργασίες, συγκεντρώνουν τη δύναμή τους και επανοπλίζονται :   ‘‘παίρνουν ένα δεύτερον αέρα’’ όπως λένε οι αθλητές. Κύριε, διατήρησε το βάθος, τη σοφία και την ωριμότητα της χαράς που νιώθουν αυτοί οι πιο ηλικιωμένοι ιερείς. Μακάρι να μπορούν να προσεύχονται μαζί με τον Νεεμία :  ‘‘η χαρά που δίνει ο Κύριος είναι η δύναμή μου’’ (Νε 8, 10).

 

Τέλος, αυτή την Πέμπτη της ιεροσύνης, παρακαλώ τον Κύριο Ιησού να γνωρίσουμε καλύτερα τη χαρά των πιο ηλικιωμένων ιερέων, υγιών ή ασθενών. Είναι η χαρά του Σταυρού, που πηγάζει από τη γνώση ότι κατέχουμε έναν άφθαρτο θησαυρό μέσα σε φθαρτά πήλινα σκεύη. Μακάρι αυτοί οι ιερείς να νιώθουν ευτυχείς όπου κι αν βρίσκονται· μακάρι να δοκιμάζουν ήδη, στο πέρασμα των χρόνων, μια γεύση αιωνιότητας (Guardini). Μακάρι να γνωρίζουν, Κύριε, τη χαρά ότι μεταδίδεται η φλόγα, τη χαρά να βλέπουν καινούργιες γενιές των πνευματικών τους παιδιών, και να χαιρετίζουν από μακριά, χαμογελώντας και ειρηνικά, τις υποσχέσεις για το μέλλον, μ’ εκείνη την ελπίδα που δεν καταισχύνει.