Στη λειτουργία της 7ης Ιουνίου 2013

 

Η επιστήμη της θωπείας παρουσιάζει δύο πυλώνες της αγάπης: την εγγύτητα και την τρυφερότητα. «Ο Ιησούς γνωρίζει καλά αυτή την ωραία επιστήμη». Αυτά είπε ο Πάπας Φραγκίσκος στις 7 Ιουνίου, κατά τη λειτουργία της εορτής της Ιεράς Καρδίας του Ιησού. Αναφερόμενος στα αναγνώσματα της ημέρας, ο Πάπας προσδιόρισε τον εορτασμό της Ιεράς Καρδίας του Ιησού ως την «εορτή της αγάπης».

Πρόκειται για τα δύο κριτήρια, για τα οποία «ο Παύλος, στο δεύτερο ανάγνωσμα, μας λέει : ‘Όταν ακόμη ήμασταν αδύναμοι, ο Ιησούς, στον προκαθορισμένο χρόνο, πέθανε για χάρη  των ασεβών’(Ρωμ 5, 6). Ο Ιησούς μας αγάπησε όχι με λόγια, αλλά με έργα, με τη ζωή του. Και μας έδωσε, μας έδωσε χωρίς να λάβει τίποτα από μας. Αυτά τα δύο κριτήρια είναι κάτι σαν τους πυλώνες της αληθινής αγάπης : τα έργα και η αυτοπροσφορά». Εξηγώντας το νόημα αυτών των δύο κριτηρίων, ο άγιος Πατήρ σημείωσε ότι ο τρόπος με τον οποίον ο Ιησούς προσφέρει τον εαυτό του αποδίδεται από τη μορφή του καλού Σαμαρείτη. «Σήμερα, είπε, η λειτουργία μάς δείχνει την αγάπη του Θεού στη μορφή του ποιμένα. Στον αντιφωνικό ύμνο, προφέραμε αυτόν τον ωραίο Ψαλμό [22] : ‘Κύριος ποιμαίνει με’. Ο Κύριος εμφανίζεται στον λαό του επίσης ως ποιμένας». Αλλά, διερωτήθηκε ο Πάπας, «πώς ο Κύριος κάνει τον ποιμένα;» Και διασαφήνισε : « Ο Κύριος μας λέει τόσα πράγματα, αλλά εγώ θα σταθώ μόνο σε δύο. Το πρώτο βρίσκεται στο βιβλίο του προφήτη Ιεζεκιήλ : ‘Ιδού εγώ εκζητήσω τα πρόβατά μου και επισκέψομαι αυτά’ (34,11). Επισκέψομαι σημαίνει ότι τα γνωρίζει όλα και με το όνομά τους. Έτσι μας γνωρίζει ο Θεός : δεν μας γνωρίζει ομαδικά, αλλά έναν προς έναν. Επειδή, εξήγησε ακόμα ο Επίσκοπος Ρώμης, η αγάπη δεν είναι μια αγάπη αφηρημένη ή γενική για όλους· είναι αγάπη για τον καθένα. Και ο Θεός έτσι μας αγαπά». Ένας Θεός «που γίνεται εγγύς από αγάπη και που βαδίζει μαζί με τον λαό του. Κι αυτή η πορεία φτάνει σ’ ένα σημείο αφάνταστο : ποτέ δεν θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι ο Κύριος γίνεται ένας από μας και βαδίζει μαζί μας, μένει στην Εκκλησία του, μένει στην Ευχαριστία, μένει στον λόγο του, μένει στο πρόσωπο των φτωχών και μένει μαζί μας βαδίζοντας. Τέτοια είναι η εγγύτητα. Ο ποιμένας κοντά στο ποίμνιό του, στα πρόβατά του που τα γνωρίζει ένα προς ένα». Ο Πάπας στάθηκε στη συνέχεια  στην άλλη όψη της αγάπης του Θεού και επισήμανε ότι «ο προφήτης Ιεζεκιήλ, αλλά και το Ευαγγέλιο επίσης μιλούν γι’ αυτήν : ‘Το απολωλός ζητήσω και το πλανώμενον επιστρέψω και το συντετριμμένον καταδήσω και το εκλείπον ενισχύσω και το ισχυρόν φυλάξω και βοσκήσω αυτά μετά κρίματος, [με δικαιοσύνη και τρυφερότητα] στ. 16. Η τρυφερότητα του Θεού : δεν μας αγαπάει με λόγια· πλησιάζει και, αφού είναι κοντά μας, μας δίνει την αγάπη του με κάθε δυνατή τρυφερότητα». Εγγύτητα και τρυφερότητα είναι λοιπόν «οι δύο όψεις της αγάπης του Κυρίου, ο οποίος γίνεται εγγύς και δίνει όλη την αγάπη του εξίσου και στα πιο μικρά πράγματα, με τρυφερότητα». Και μ’ όλα αυτά, πρόκειται «για μια αγάπη δυνατή. Γιατί εγγύτητα και τρυφερότητα μας δείχνουν τη δύναμη της αγάπης του Θεού».

Αυτό μπορεί να μοιάζει με αίρεση, αλλά η αλήθεια είναι μεγαλύτερη : είναι πιο δύσκολο να αφεθείς να σε αγαπά ο Θεός παρά να τον αγαπάς ! Να ποιος είναι ο τρόπος να του ανταποδώσουμε τόση αγάπη : ν’ ανοίξουμε την καρδιά μας και να αφήσουμε να μας αγαπήσει. Να τον αφήσουμε να μας πλησιάσει, και να τον αισθανθούμε κοντά μας. Να τον αφήσουμε να είναι τρυφερός, θωπευτικός. Αυτό, κατέληξε, «είναι πολύ δύσκολο : να αφεθούμε ν’ αγαπηθούμε από εκείνον. Και αυτό ίσως πρέπει να ζητήσουμε σήμερα στη Λειτουργία : Κύριε, θέλω να σ’ αγαπώ, αλλά δίδαξέ με τη δύσκολη επιστήμη, τη δύσκολη συνήθεια να αφήνομαι να με αγαπάς εσύ, να σε αισθάνομαι κοντά μου και να σε νιώθω τρυφερό».