«Όλοι αμάρτησαν και βρίσκονται μακριά από τη δόξα του Θεού. Ο Θεός όμως τους δικαιώνει χωρίς αντάλλαγμα, με τη χάρη του, μέσω της απολύτρωσης που συντελέστηκε  διά του Ιησού Χριστού. Γιατί ο Θεός τον όρισε να σταυρωθεί και να προσφέρει το αίμα του, […], ώστε να φανερώσει, τον έσχατο αυτόν καιρό, αυτό που είναι η δική του δικαιοσύνη, αυτή που σώζει. Αυτός είναι ο δικός του τρόπος να είναι δίκαιος και να δικαιώνει όποιον πιστεύει στον Ιησού» (Ρωμ 3, 23-26).

 

Να, που βρισκόμαστε στο αποκορύφωμα του έτους της πίστεως και στην αποφασιστική του στιγμή. Ιδού η πίστη που σώζει, η «πίστη που νικάει τον κόσμο» (1 Ιω 5,5)! Η πίστη – οικειοποίηση  μέσω της οποίας κάνουμε δική μας τη σωτηρία που συντελέστηκε από τον Χριστό, ξαναντυνόμαστε τον μανδύα της δικαιοσύνης του. Από τη μια, το απλωμένο χέρι του Θεού που προσφέρει τη χάρη του στον άνθρωπο. Από την άλλη το χέρι του ανθρώπου που απλώνεται για να τη δεχτεί με πίστη. Η «καινούργια αιώνια διαθήκη» σφραγίστηκε με μια χειραψία ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο.

Αυτήν εδώ τη μέρα, έχουμε τη δυνατότητα να πάρουμε την πιο σημαντική απόφαση  ολόκληρης της ζωής μας, αυτήν που μας ανοίγει διάπλατες τις πύλες της αιωνιότητας:  να πιστέψουμε! Να πιστέψουμε ότι «ο Ιησούς παραδόθηκε στον θάνατο για τις ανομίες μας και αναστήθηκε για τη δικαίωσή μας» (Ρωμ 4, 25)! Σε μια πασχαλινή ομιλία του 4ου αι., να τι έλεγε ο επίσκοπος σε μια γλώσσα εξαιρετικά σύγχρονη και υπαρξιακή: «Για κάθε άνθρωπο, η αρχή της ζωής του είναι η στιγμή που ο Χριστός θυσιάστηκε γι’ αυτόν. Αλλά ο Χριστός θυσιάστηκε γι’ αυτόν τη στιγμή που αυτός αναγνώρισε τη χάρη και συνειδητοποίησε τη ζωή που του δόθηκε μέσω αυτής της θυσίας» (Πασχαλινή ομιλία του έτους 387, στο SCh 36, p. 59 s.).

Καταπληκτικό! Η σημερινή Μ. Παρασκευή, που την τελούμε κατά το Έτος της πίστεως και παρουσία του νέου διαδόχου του αποστόλου Πέτρου, θα μπορούσε να γίνει, αν το θελήσουμε, η αρχή μιας καινούργιας ύπαρξης. Ο επίσκοπος Ιλαρίων του Πουατιέ, που επέστρεψε στον χριστιανισμό ήδη ενήλικος, όταν σκεφτόταν την προηγούμενη ζωή του, έλεγε: «Πριν σε γνωρίσω, δεν υπήρχα».

Το μόνο που απαιτείται από εμάς είναι να μην κρυφτούμε όπως ο Αδάμ μετά την παρακοή, να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ανάγκη να δικαιωθούμε, και ότι δεν δικαιωνόμαστε  από μόνοι μας.  Ο τελώνης της παραβολής πήγε στον Ναό και είπε μια πολύ σύντομη προσευχή: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό». Και ο Ιησούς είπε ότι αυτός ο άνθρωπος γύρισε στο σπίτι του «δικαιωμένος», δηλαδή ότι έγινε ένας άνθρωπος δίκαιος, συγχωρημένος, ένας άλλος άνθρωπος, που μέσα του, είμαι σίγουρος, η καρδιά του τραγουδούσε χαρούμενα (Λκ 18, 14). Τι είχε κάνει το τόσο σπουδαίο; Τίποτα, έγινε αληθινός μπροστά στον Θεό, κι αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται ο Θεός για να δράσει.

                                                            *  *  *

Όπως εκείνος που, στην αναρρίχηση μιας πλαγιάς των Άλπεων, μόλις κατάφερε να διαβεί ένα επικίνδυνο πέρασμα και σταματάει μια στιγμή να πάρει μιαν ανάσα και να θαυμάσει την καινούργια πανοραμική θέα που ανοίγεται μπροστά του, έτσι κάνει και ο απόστολος Παύλος στην αρχή του κεφαλαίου 5 της Επιστολής προς Ρωμαίους:

«Αφού, λοιπόν, δικαιωθήκαμε χάρη στην πίστη, είμαστε σε ειρήνη με τον Θεό δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου έχουμε πρόσβαση σ’ αυτή τη χάρη στην οποία στεκόμαστε σταθερά, και καυχόμαστε για την ελπίδα μας να γίνουμε μέτοχοι της δόξας του Θεού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά καυχόμαστε και για τις θλίψεις μας, γιατί ξέρουμε ότι η θλίψη οδηγεί στην υπομονή, και η υπομονή στη σταθερότητα, και η σταθερότητα στην ελπίδα, και η ελπίδα δεν απογοητεύει, γιατί η αγάπη του Θεού πλημμύρισε άφθονη τις καρδιές μας μέσω του αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε» (Ρωμ 5, 1-5).

Σήμερα τραβιούνται πλανητικές φωτογραφίες με υπέρυθρες ακτίνες όλων των περιοχών της γης, δηλαδή του πλανήτη στην ολότητά του. Πόσο διαφορετική είναι η θέα από εκεί ψηλά και μέσα από αυτές τις ακτίνες σε σύγκριση με αυτό που βλέπουμε με τον φυσικό φωτισμό και από τη θέση μας εδώ κάτω! Θυμάμαι μια από τις πρώτες πλανητικές φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στον κόσμο. Εμφάνιζε ολόκληρη τη χερσόνησο του Σινά. Τα χρώματα ήταν πολύ διαφορετικά, οι εσοχές και οι εξοχές του εδάφους πιο τονισμένες. Πρόκειται για ένα σύμβολο. Το ίδιο και η ανθρώπινη ζωή, όταν τη βλέπει κανείς με τις υπέρυθρες ακτίνες της πίστης, από το ύψος του Γολγοθά,  φαίνεται διαφορετική από εκείνην που βλέπουμε με γυμνό μάτι.

«Όλοι – έλεγε ο σοφός της Παλαιάς Διαθήκης – έχουν την ίδια μοίρα, ο δίκαιος και ο ασεβής… Κοιτάζω ακόμα κάτω από τον ήλιο: στη θέση του νόμου επικρατεί η παρανομία, στη θέση της δικαιοσύνης , η αδικία!» (Εκ 3,16. 9,2). Πράγματι, από πάντα βλέπει κανείς την ανομία να θριαμβεύει και την αθωότητα να τιμωρείται. Αλλά για να μη νομισθεί ότι υπάρχει στον κόσμο κάτι το σταθερό και το βέβαιο, λέει ο Bossuet, να που κάποτε συμβαίνει να βλέπουμε το αντίθετο, δηλαδή την αθωότητα στον θρόνο και την ανομία στο ικρίωμα. Αλλά τι απαντούσε ο Εκκλησιαστής  σ’ αυτό; «Τότε συλλογίστηκα: Τελικά ο Θεός θα κρίνει τον δίκαιο και τον ασεβή, γιατί έχει οριστεί ο κατάλληλος καιρός για κάθε πράγμα» (Εκ 3, 17). Βρήκε την προνομιακή θέση να δει τα πράγματα, αυτήν που ειρηνεύει την ψυχή.

Εκείνο που ο Εκκλησιαστής δεν μπορούσε να ξέρει, και που αντίθετα εμείς το γνωρίζουμε, είναι ότι αυτή η κρίση έχει ήδη γίνει: «Έφτασε η ώρα που ο κόσμος αυτός θα κριθεί, έφτασε η ώρα που ο άρχοντας αυτού του κόσμου θα διωχτεί έξω από τον κόσμο. Εγώ, όταν θα υψωθώ από τη γη, όλους τους ανθρώπους θα τους τραβήξω κοντά μου» (Ιω 12, 31-32).

Στο πρόσωπο του νεκρού και αναστημένου Χριστού, ο κόσμος έφτασε στον τελικό προορισμό του. Η ανθρώπινη πρόοδος ακολουθεί σήμερα έναν ιλιγγιώδη ρυθμό και η ανθρωπότητα βλέπει να ξεδιπλώνονται μπροστά της καινούργιοι και αδιανόητοι ορίζοντες, αποτέλεσμα των ανακαλύψεών της. Ωστόσο μπορεί κανείς να πει ότι τα έσχατα έφτασαν ήδη, αφού, στο πρόσωπο του Χριστού που ανέβηκε και κάθισε στα δεξιά του Πατρός, η ανθρωπότητα έφτασε στον υπέρτατο προορισμό της. Οι καινούργιοι  ουρανοί και η καινούργια γη έχουν ήδη εγκαινιασθεί. Παρ’ όλες τις αθλιότητες, τις αδικίες, τις θηριωδίες πάνω τη γη, η τελική τάξη του κόσμου έχει ήδη αρχίσει. Εκείνο που βλέπουμε με τα μάτια μας μπορεί να προτείνει το αντίθετο, αλλά το κακό και ο θάνατος, στην πραγματικότητα, έχουν νικηθεί για πάντα. Οι πηγές τους έχουν στερέψει. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος του κόσμου. Το κακό νικήθηκε ριζικά χάρη στο  λυτρωτικό έργο που επιτέλεσε για μας. Ο καινούργιος κόσμος έχει ήδη αρχίσει.

Ένα πράγμα προπάντων φαίνεται διαφορετικό όταν το βλέπει κανείς με τα μάτια της πίστης: ο θάνατος! Ο Χριστός μπήκε μέσα στον θάνατο όπως μπαίνουμε σε μια σκοτεινή φυλακή, αλλά βγήκε από κει περνώντας από τον άλλο τοίχο. Δεν γύρισε εκεί απ’ όπου είχε έρθει, όπως ο Λάζαρος που ξαναρχίζει να ζει για να πεθάνει και πάλι. Άνοιξε μια ρωγμή προς τη ζωή που κανείς δεν θα μπορέσει να ξανακλείσει, και μέσα απ’ την οποία όλοι μπορούν να τον ακολουθήσουν. Ο θάνατος δεν είναι πια ένας τοίχος που πάνω του συντρίβεται κάθε ανθρώπινη ελπίδα, έγινε γέφυρα προς την αιωνιότητα. Μια «γέφυρα των στεναγμών» ίσως, γιατί κανείς δεν θέλει να πεθάνει, αλλά γέφυρα, όχι πια μια άβυσσος που καταπίνει τα πάντα. «Είναι δυνατή σαν θάνατος η αγάπη» λέει το Άσμα Ασμάτων (Ασμ 8, 6). Για τον Ιησού Χριστό, υπήρξε δυνατότερη από τον θάνατο.

Στο βιβλίο του «Εκκλησιαστική Ιστορία του αγγλικού λαού», ο Bede le Venerable διηγείται πώς η χριστιανική πίστη μπόρεσε να εισχωρήσει στη βόρεια Αγγλία. Όταν οι ιεραπόστολοι από τη Ρώμη έφτασαν στη Northumberland, ο τοπικός βασιλιάς συγκάλεσε ένα συμβούλιο αξιωματούχων για ν’ αποφασίσουν αν θα έπρεπε ή όχι να τους επιτρέψουν να διαδώσουν το καινούργιο άγγελμα. Μερικοί ήταν ευνοϊκοί, άλλοι όχι. Ήταν χειμώνας και έξω είχε χιονοθύελλα, αλλά μέσα η αίθουσα ήταν φωτισμένη και ζεστή. Κάποια στιγμή ένα μικρό πουλί μπήκε από μια τρύπα του τοίχου, φτερούγισε φοβισμένο για λίγο μέσα στην αίθουσα, έπειτα χάθηκε από μια άλλη τρύπα στον απέναντι τοίχο.

Τότε ένας από τους παρόντες σηκώθηκε και είπε: «Μεγαλειότατε, η ζωή μας στον κόσμο αυτόν μοιάζει μ’ αυτό το μικρό πουλί. Ερχόμαστε, δεν ξέρουμε από πού, επωφελούμαστε το φως και τη ζεστασιά του κόσμου για λίγο κι έπειτα εξαφανιζόμαστε και πάλι στο σκοτάδι, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε. Αν αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να μας αποκαλύψουν κάτι από το μυστήριο της ζωής μας, πρέπει να τους ακούσουμε». Η χριστιανική πίστη θα μπορούσε να ξανάρθει στην ήπειρό μας και στον εκκοσμικευμένο κόσμο μας για τον ίδιο λόγο που την έκανε να ρθει: δηλαδή ως τη μόνη που έχει να δώσει μια βέβαιη απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου.

* * * 

Ο σταυρός χωρίζει τους πιστούς από τους μη πιστούς, γιατί για τους μεν είναι «σκάνδαλο» και «μωρία» και για τους δε «δύναμις» και «σοφία» Θεού(1 Κορ 1, 23-24). Αλλά σύμφωνα με μια βαθύτερη έννοια ο σταυρός ενώνει όλους τους ανθρώπους, πιστούς και μη πιστούς. «… ο Ιησούς πήγαινε να πεθάνει […] όχι μόνο για χάρη του έθνους, αλλά και για να συνάξει σε μια ενότητα τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού» (Ιω 11, 51 εξ). Οι καινούργιοι ουρανοί και η καινούργια γη ανήκουν σε όλους και είναι για όλους, επειδή ο Χριστός πέθανε για όλους.

Εκείνο που προκύπτει από όλα αυτά είναι η επιτακτική ανάγκη του ευαγγελίζεσθαι: «Η αγάπη του Χριστού μας διακατέχει, αφού ξεκινάμε με την πεποίθηση πως ένας πέθανε για χάρη όλων»(2 Κορ 5, 14). Αυτή η αγάπη μας σπρώχνει να ευαγγελισθούμε! Ας αναγγείλουμε στον κόσμο τα καλά νέα πως «δεν υπάρχει τώρα πια θέμα καταδίκης γι’ αυτούς που ανήκουν στον Ιησού Χριστό, γιατί ο νόμος του ζωοποιού Πνεύματος διά του Ιησού Χριστού μας απελευθέρωσε από τον νόμο της αμαρτίας και του θανάτου»(Ρωμ 8, 1-2).

Υπάρχει μια μικρή διήγηση του Franz Kafka που είναι ένα δυνατό θρησκευτικό σύμβολο, και αποκτά μια άφατη σημασία, σχεδόν προφητική, όταν ακούγεται τη Μ. Παρασκευή. Ο τίτλος του: «Ένα αυτοκρατορικό μήνυμα». Αυτή η διήγηση μιλάει για έναν βασιλιά που, στο νεκρικό του κρεβάτι, καλεί στο προσκέφαλό του έναν από τους υπηκόους του και του ψιθυρίζει στ’ αυτί ένα μήνυμα. Αυτό το μήνυμα είναι τόσο σημαντικό, που ο βασιλιάς ζητάει από τον υπήκοό του να του το επαναλάβει στο αυτί. Έπειτα αποστέλλει τον υπήκοο, ο οποίος ξεκινάει την πορεία του. Αλλά ας ακούσουμε απ’ ευθείας από τον συγγραφέα τη συνέχεια της διήγησης, με  τονισμούς ονειρικούς, σχεδόν εφιαλτικούς, που χαρακτηρίζουν τον συγκεκριμένο συγγραφέα:

« Προβάλλοντας τον ένα βραχίονα, έπειτα τον άλλον, ο αγγελιαφόρος ανοίγει δρόμο μέσα στο πλήθος. Όταν συναντάει αντίσταση δείχνει το στήθος του που φέρει το σημείο του ήλιου. Προχωρεί έτσι με πολύ μεγάλη ευκολία. Αλλά το πλήθος είναι απέραντο, είναι παντού. Αν ανοιγόταν μπροστά του ο χώρος, πώς θα πετούσε! Θα άκουγες αμέσως τις γροθιές του να χτυπούν περήφανα την πόρτα σου. Αλίμονο, όμως, οι προσπάθειές του παραμένουν μάταιες! Συνεχίζει να κοπιάζει για ν’ ανοίξει δρόμο μέσα από τα διαμερίσματα του κεντρικού ανακτόρου απ’ όπου δεν θα βγει ποτέ. Κι αν το κατόρθωνε, δεν θα είχε προχωρήσει και πολύ. Για να κατεβεί τις σκάλες, θα έπρεπε ακόμα να δώσει μάχη. Κι αν έφτανε ως κάτω, και πάλι δεν θα είχε κάνει τίποτα, θα έπρεπε να διασχίσει τις αυλές, και μετά τις αυλές, τον δεύτερο κύκλο του ανακτόρου, και πάλι τις σκάλες και τις αυλές, και πάλι ένα ανάκτορο. Και ούτω καθεξής για τους αιώνες των αιώνων. Και αν τέλος έτρεχε να βγει από την τελευταία πύλη – αλλά αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ, ποτέ να συμβεί – θα έβρισκε μπροστά του την αυτοκρατορική πόλη, το κέντρο του κόσμου, την Πόλη όπου βρίσκονται συσσωρευμένα βουνά από τα λείψανά της. Εκεί κανείς δεν εισχωρεί, ούτε ακόμα και με το μήνυμα ενός νεκρού. Αλλά εσύ κάθεσαι στο παράθυρό σου και ονειρεύεσαι αυτό το μήνυμα όταν πέφτει το απόβραδο».

Το ίδιο και ο Χριστός, στο νεκρικό του κρεβάτι, εμπιστεύτηκε ένα μήνυμα στην Εκκλησία του: «Πορευθείτε σ’ ολόκληρο τον κόσμο και διακηρύξτε το χαρμόσυνο μήνυμα σ’ όλη την κτίση» (Μκ 16, 15). Υπάρχουν ακόμα τόσοι άνθρωποι που είναι στο παράθυρο και ονειρεύονται, χωρίς να το ξέρουν, ένα μήνυμα σαν το δικό σου. Ο Ιωάννης, όπως μόλις το ακούσαμε, βεβαιώνει ότι ένας στρατιώτης τρύπησε την πλευρά του Χριστού πάνω στον σταυρό, για να εκπληρωθεί ο λόγος της Γραφής: «Θα στρέψουν τα μάτια τους σ’ εκείνον που τον κέντησαν με τη λόγχη»(Ιω 19, 37). Στην Αποκάλυψη προσθέτει: «Να που έρχεται ανάμεσα στα σύννεφα και όλοι οι άνθρωποι θα τον δούνε, ακόμα κι όσοι τον κέντησαν με λόγχη, και, βλέποντάς τον, όλες οι φυλές της γης θα θρηνήσουν» (Απ 1, 7).

Αυτή η προφητεία δεν αναγγέλλει την έσχατη έλευση του Χριστού, όταν δεν θα είναι πια καιρός για μεταστροφή, αλλά για κρίση. Περιγράφει, αντίθετα, την πραγματικότητα της διάδοσης του Ευαγγελίου στους λαούς. Μ’ αυτήν, επαληθεύεται μια μυστική αλλά πραγματική έλευση του Κυρίου που τους φέρνει τη σωτηρία. Τα δάκρυά τους δεν θα είναι πια δάκρυα απελπισίας, αλλά δάκρυα θεραπείας και παραμυθίας. Αυτό είναι το νόημα της προφητικής Γραφής που ο Ιωάννης την βλέπει να πραγματοποιείται, όταν ο Χριστός κεντιέται με τη λόγχη στην πλευρά, δηλαδή η προφητεία του Ζαχαρία 12, 10: «Θα βάλω στους απογόνους του Δαβίδ και στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ πνεύμα μεταμέλειας ώστε να ζητήσουν το έλεός μου. Τότε θα στρέψουν τα βλέμματά τους σ’ εμένα, σ’ εκείνον που τον τρύπησαν.»

Η διάδοση του Ευαγγελίου έχει προέλευση μυστική, είναι μια δωρεά που έρχεται από τον σταυρό του Χριστού, από αυτή την πλευρά που τρυπήθηκε με τη λόγχη, την ανοιχτή, από αυτό το αίμα κι αυτό το ύδωρ. Η αγάπη του Χριστού, όπως και η τριαδική αγάπη της οποίας αυτός είναι η ιστορική φανέρωση, είναι «diffusivum sui», έχει την τάση να σκορπιέται και να φτάνει σε όλα τα δημιουργήματα, «ειδικά σ’ εκείνα που έχουν περισσότερη ανάγκη από το έλεός του». Η διάδοση του χριστιανικού Ευαγγελίου δεν είναι «κατάκτηση», δεν είναι «προπαγάνδα», είναι δώρο του Θεού στον κόσμο στο πρόσωπο του Υιού του Ιησού. Σημαίνει ότι δίνει στην Κεφαλή τη χαρά να αισθάνεται τη ζωή να κυλάει από την καρδιά της προς το σώμα της, ως το σημείο να ζωντανεύει τα μέλη της τα πιο μακρινά.

Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό ώστε η Εκκλησία να μη μοιάζει ποτέ μ’ αυτό το περίπλοκο και γεμάτο εμπόδια ανάκτορο που περιγράφει ο Κάφκα, ώστε  το μήνυμα να μπορεί να βγαίνει απ’ αυτήν ελεύθερο και χαρούμενο όπως όταν ξεκίνησε τη διαδρομή του. Ξέρουμε ποια είναι τα εμπόδια που μπορούν να συγκρατήσουν τον αγγελιαφόρο: οι διαχωριστικοί τοίχοι, ξεκινώντας απ’ αυτούς που χωρίζουν τις διάφορες  χριστιανικές εκκλησίες μεταξύ τους, η υπερβολική γραφειοκρατία, τα υπολείμματα επιδείξεων, νόμων και διχογνωμιών του παρελθόντος, που έχουν γίνει στο εξής απλά λείψανα.

Στην Αποκάλυψη, ο Ιησούς λέει πως στέκεται στην πόρτα και κρούει (Απ 3, 20). Κάποτε, όπως το τόνισε ο Πάπας μας Φραγκίσκος, δεν κρούει για να μπει, αλλά κρούει από μέσα για να βγει. Να βγει στα «υπαρξιακά περίχωρα της αμαρτίας, του πόνου, της αδικίας, της θρησκευτικής άγνοιας και αδιαφορίας, και όλων των μορφών αθλιότητας.»

Είναι όπως μερικά παλιά κτίρια. Στο πέρασμα των αιώνων, για να προσαρμοσθούν στις απαιτήσεις της εποχής, γέμισαν χωρίσματα, σκάλες, αίθουσες και μικρές κάμαρες. Έρχεται η ώρα που διαπιστώνει κανείς πως όλες αυτές οι προσαρμογές δεν ανταποκρίνονται πια στις τρέχουσες απαιτήσεις, πως αποτελούν μάλιστα εμπόδιο, και χρειάζεται τότε να έχει κανείς το θάρρος να τα ξηλώσει όλα αυτά και να ξαναφέρει το κτίριο στην αρχική του απλότητα και γραμμή. Αυτή την αποστολή έλαβε μια μέρα ένας άνθρωπος που προσευχόταν μπροστά στον εσταυρωμένο του Αγίου Δαμιανού: «Πήγαινε, Φραγκίσκε, και επανόρθωσε τον οίκο μου».

«Ποιος μπορεί να είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτό το έργο;», αναρωτιόταν έντρομος ο Απόστολος Παύλος μπροστά στο υπεράνθρωπο καθήκον να είναι «ευωδία Χριστού» μέσα στον κόσμο. Και ιδού η απάντησή του που ισχύει ακόμα και σήμερα: «Δεν σημαίνει πως είμαστε από μόνοι μας ικανοί να θεωρήσουμε ότι κάτι προέρχεται από εμάς, η ικανότητά μας προέρχεται από τον Θεό, που μας αξίωσε να υπηρετήσουμε μια καινούργια διαθήκη, όχι του γράμματος, αλλά του Πνεύματος. Γιατί το γράμμα σκοτώνει ενώ το Πνεύμα δίνει ζωή» (2 Κορ 2, 16. 3, 5-6).

 

Τώρα που ανοίγεται για την Εκκλησία μια καινούργια εποχή, γεμάτη υποσχέσεις και ελπίδα, μακάρι το Άγιο Πνεύμα να ξυπνήσει μέσα στους ανθρώπους που βρίσκονται στο παράθυρο την προσμονή του μηνύματος, και στους αγγελιαφόρους τη θέληση  να το κάνουν να φτάσει ως εκείνους, με τίμημα ακόμα και τη ζωή τους.            

+