Μεγάλος Αδελφός

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΜΑΤΟΣ

                                                                          Βασιλική του Βατικανού

                                      Μεγάλη Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016



Μετά την ανάγνωση του χωρίου του Ησαΐα, ακούγοντας από τα χείλη του Ιησού τα λόγια : «Σήμερα βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που μόλις ακούσατε» (Λκ  4, 21), χειροκροτήματα θα μπορούσαν να είχαν ξεσπάσει μέσα στη συναγωγή της Ναζαρέτ. Και στη συνέχεια θα μπορούσαν να είχαν κλάψει ήσυχα, με μια βαθιά χαρά, όπως έκλαιγε ο λαός όταν ο Νεεμίας και ο ιερέας Έσδρας διάβαζαν το βιβλίο του Νόμου που είχαν ξαναβρεί όταν ξανάχτιζαν τα τείχη. Αλλά τα Ευαγγέλια μας λένε ότι αντίθετα αισθήματα ξύπνησαν μέσα στους συμπατριώτες του Ιησού : τον απομάκρυναν και του έκλεισαν την καρδιά τους. Στην αρχή «όλοι έλεγαν καλά γι’ αυτόν και θαύμαζαν για τα γεμάτα χάρη λόγια που έβγαιναν από το στόμα του» (Λκ 4, 22)· αλλά στη συνέχεια, μια δόλια ερώτηση επικράτησε : «Αυτός δεν είναι ο γιός του Ιωσήφ, [του μαραγκού]», και στο τέλος «εξοργίστηκαν» (Λκ 4, 28). Ήθελαν να τον ρίξουν στον γκρεμό από την άκρη του βουνού… Εκπληρωνόταν έτσι εκείνο που ο γέροντας Συμεών είχε προφητέψει στη Μαριάμ : αυτός θα είναι «σημείον αντιλεγόμενον» (Λκ 2, 34). Ο Ιησούς, με τα λόγια και τις πράξεις του, κάνει να αποκαλύπτεται ό,τι έχει κάθε άνθρωπος στην καρδιά του.

 

Κι εκεί όπου ο Κύριος αναγγέλλει το Ευαγγέλιο της δίχως όρους ευσπλαχνίας του Πατέρα προς τους πιο φτωχούς, τους πιο απομακρυσμένους και καταπιεσμένους, ακριβώς εκεί καλούμαστε να επιλέξουμε, ν’ «αγωνιζόμαστε τον καλόν αγώνα της πίστεως» (1Τιμ 6, 12). Η πάλη του Κυρίου δεν είναι ενάντια σε ανθρώπους, αλλά ενάντια στον δαίμονα (βλ. Εφ 6, 12), τον εχθρό των ανθρώπων. Ο Κύριος όμως «περνάει ανάμεσα» από κείνους που θέλουν να τον συλλάβουν και τραβάει τον δρόμο του (βλ. Λκ  4, 30). Ο Ιησούς δεν αγωνίζεται για να παγιώσει ένα διάστημα εξουσίας. Αν σπάει τους φραγμούς και εγκαλεί τις βεβαιότητες, το κάνει για ν’ ανοίξει μια ρωγμή στον χείμαρρο της ευσπλαχνίας που λαχταράει να τον αδειάσει πάνω στη γη, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Μια ευσπλαχνία που προχωρεί όλο και περισσότερο : αυτή αναγγέλλει και φέρνει κάτι καινούργιο : θεραπεύει, ελευθερώνει και κηρύττει τον ενιαυτό της Χάρης του Κυρίου.

Η ευσπλαχνία του Θεού μας είναι άπειρη και άρρητη· και εκφράζουμε τον δυναμισμό αυτού του μυστηρίου ως μια ευσπλαχνία «πάντα μεγαλύτερη», μια ευσπλαχνία καθ’ οδόν, μια ευσπλαχνία που ζητάει κάθε μέρα τον τρόπο να κάνει ένα βήμα μπροστά, ένα μικρό βήμα μπροστά, προχωρώντας πάνω σε μια άγνωστη γη, όπου βασιλεύουν η αδιαφορία και η βία.

Τέτοια ήταν η δυναμική του καλού Σαμαρείτη που «εφάρμοσε την ευσπλαχνία» (βλ Λκ 10, 37) : συγκινήθηκε, πλησίασε τον πληγωμένο, έδεσε τις πληγές του, τον έφερε στο πανδοχείο, έμεινε αυτή τη νύχτα εκεί και υποσχέθηκε να ξαναπεράσει για να πληρώσει ό,τι παραπάνω θα είχε ξοδέψει. Αυτή είναι η δυναμική της ευσπλαχνίας, που ενώνει μια μικρή πράξη με μια άλλη, και, χωρίς να προσβάλλει τίποτα το εύθραυστο, εκδηλώνεται  όλο και λίγο περισσότερο ως βοήθεια και ως αγάπη. Καθένας μας, κοιτώντας τη ζωή του με το αγαθό βλέμμα του Θεού, μπορεί να εξασκήσει τη μνήμη του και ν’ ανακαλύψει πώς ο Κύριος έδειξε την ευσπλαχνία του μαζί μας, πώς υπήρξε πολύ πιο εύσπλαχνος από όσο σκεφτόμασταν, και έτσι να ενθαρρυνθούμε να του ζητήσουμε να κάνει ακόμα ένα μικρό βήμα, να δειχτεί πολύ πιο σπλαχνικός στο μέλλον. «Δείξε μας, Κύριε, την ευσπλαχνία σου» (Ψλ 84, 8). Αυτός ο παράδοξος τρόπος να παρακαλούμε έναν Θεό όλο και πιο σπλαχνικό βοηθάει να σπάσουμε τα στενά σχήματα μέσα στα οποία κλείνουμε τόσες φορές την υπεραφθονία της καρδιάς του. Μας κάνει καλό να βγαίνουμε από τις περιφράξεις μας, γιατί αυτό που χαρακτηρίζει την καδιά του Θεού είναι να ξεχειλίζει από ευσπλαχνία, [να ξεχειλίζει], σκορπίζοντας την τρυφερότητά του, έτσι ώστε να περισσεύει πάντα, αφού ο Κύριος προτιμά να χάνεται κάτι μάλλον παρά να λείπει έστω και μια σταγόνα· προτιμά να τρώνε τα πουλιά πολλούς σπόρους παρά να λείπει έστω και ένας σπόρος από τη σπορά, τη στιγμή που όλοι έχουν την ικανότητα να καρποφορήσουν άφθονα, 30, 60, και μέχρι 100 φορές ο καθένας.

Εμείς, ως ιερείς, είμαστε μάρτυρες και λειτουργοί της όλο και μεγαλύτερης ευσπλαχνίας του Πατέρα μας· έχουμε το ευχάριστο και παρηγορητικό έργο να την ενσαρκώνουμε, όπως έκανε ο Ιησούς, ο οποίος «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος» (Πρ 10, 38) με χίλιους τρόπους, επειδή πήγαινε σε όλους. Μπορούμε να συμβάλλουμε ώστε αυτή να ενταχθεί στον πολιτισμό μας, ώστε καθένας να τη δέχεται στην εμπειρία της προσωπικής του ζωής και να μπορεί έτσι να την κατανοεί και να την εφαρμόζει –δημιουργικά – με τρόπο που να είναι ο κατάλληλος για τον λαό του και για την οικογένειά του.

Σήμερα, αυτή τη Μεγάλη Πέμπτη  του Ιωβηλαίου Έτους της Ευσπλαχνίας, θα ήθελα να μιλήσω για τους δύο τομείς στους οποίους ο Κύριος υπερβάλλει σε ευσπλαχνία. Αφού εκείνος μας δίνει το παράδειγμα, δεν θα πρέπει να φοβόμαστε να υπερβάλλουμε κι εμείς : ο ένας τομέας είναι της συνάντησης· ο άλλος της συγνώμης του που μας κάνει να ντρεπόμαστε και που μας δίνει αξιοπρέπεια.

 Ο πρώτος τομέας όπου βλέπουμε πως ο Θεός υπερβάλλει  σε μια όλο και μεγαλύτερη ευσπλαχνία, είναι ο τομέας της συνάντησης. Εκείνος δίνεται πλήρως και έτσι που σε κάθε συνάντηση καταλήγει κατ’ ευθείαν να κάνει γιορτή. Στην παραβολή του σπλαχνικού Πατέρα παραζαλιζόμαστε μπροστά σ’ αυτόν τον άνθρωπο που τρέχει, συγκινημένος να ριχτεί στον τράχηλο του γιού του· βλέποντας πώς τον σφίγγει στην αγκαλιά του και τον φιλάει, πώς του φοράει το δαχτυλίδι που τον κάνει να νιώθει ίσος, τα σανδάλια, που ταιριάζουν σ’ αυτόν που είναι γιός και όχι υπηρέτης· και στη συνέχεια πώς κινητοποιεί όλο τον κόσμο, και διατάζει να οργανωθεί μια γιορτή. Όταν αναλογιζόμαστε, πάντα εκστατικοί, αυτή την υπεραφθονία της χαράς του Πατέρα, που η επιστροφή του γιού του τού επιτρέπει να εκφράσει ελεύθερα την αγάπη του, χωρίς αντίσταση ούτε απόσταση, δεν πρέπει να φοβόμαστε να υπερβάλλουμε την ευγνωμοσύνη μας. Μπορούμε να κάνουμε κι εμείς ό,τι έκανε, σωστά, εκείνος ο φτωχός λεπρός ο οποίος, βλέποντας ότι θεραπεύτηκε, αφήνει τους εννέα συντρόφους του που πηγαίνουν να εκτελέσουν ό,τι τους είχε διατάξει ο Ιησούς, και γυρίζει πίσω να γονατίσει στα πόδια του Κυρίου, δοξάζοντας τον Θεό κι ευχαριστώντας τον μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του.

Η ευσπλαχνία αποκαθιστά τα πάντα και αποδίδει στα πρόσωπα την αρχική τους αξιοπρέπεια. Για τον λόγο αυτόν η σωστή απάντηση είναι να ευχαριστούμε με διάχυση αισθημάτων : πρέπει να μπαίνουμε αμέσως στη γιορτή, να φοράμε τη στολή, να απαλλασσόμαστε από τις μνησικακίες του μεγάλου αδελφού, να χαιρόμαστε και να γιορτάζουμε… Γιατί μόνο έτσι, μετέχοντας πλήρως σ’ αυτό το κλίμα του εορτασμού, μπορεί κανείς στη συνέχεια να σκεφτεί σωστά, να ζητήσει συγνώμη και να δει πιο καθαρά πώς μπορεί να επανορθώσει το κακό που έκανε. Μπορεί να μας κάνει καλό να διερωτηθούμε : άραγε μετά την εξομολόγηση γιορτάζω ; Ή μήπως περνάω γρήγορα σε κάτι άλλο· όπως όταν μετά την επίσκεψη στον γιατρό βλέπουμε ότι οι αναλύσεις δεν είναι και τόσο κακές, τις ξαναβάζουμε στον φάκελο και περνάμε σε κάτι άλλο.  Και όταν δίνω ελεημοσύνη, δίνω τον χρόνο σ’ εκείνον που τη δέχεται να εκφράσει τις ευχαριστίες του, γιορτάζω για το χαμόγελό του και γι’ αυτή την ευλογία που μας δίνουν οι φτωχοί· ή συνεχίζω βιαστικά τις υποθέσεις μου αφού «άφησα να πέσει το νόμισμα» ;

Ο άλλος τομέας στον οποίο βλέπουμε ότι ο Θεός υπερβάλλει σε μια όλο και μεγαλύτερη ευσπλαχνία, είναι η ίδια η συγγνώμη. Όχι μόνο συγχωρεί αναρίθμητα χρέη, όπως στον υπηρέτη που τον ικετεύει, και που στη συνέχεια θα δειχτεί μικρόψυχος απέναντι στον σύνδουλό του, αλλά μας περνάει απευθείας από την πιο επαίσχυντη ντροπή στην πιο υψηλή αξιοπρέπεια χωρίς ενδιάμεσα στάδια. Ο Κύριος επιτρέπει στη συγχωρημένη αμαρτωλή να του πλύνει με οικειότητα τα πόδια με τα δάκρυά της. Μόλις που ο Σίμων Πέτρος του εξομολογείται την αμαρτία του και του ζητά ν’ απομακρυνθεί, και τον υψώνει στην αξιοπρέπεια του αλιέα ανθρώπων. Εμείς, αντίθετα, έχουμε την τάση να χωρίζουμε τις δύο στάσεις : όταν ντρεπόμαστε για την αμαρτία, κρυβόμαστε και φεύγουμε με το κεφάλι σκυμμένο, όπως ο Αδάμ και η Εύα· κι όταν υψωνόμαστε σε κάποια αξιοπρέπεια ζητάμε να καλύψουμε τις αμαρτίες μας και μας αρέσει να μας βλέπουν, σχεδόν καμαρώνουμε.

 

Η απάντησή μας στην υπεράφθονη συγγνώμη του Κυρίου θα έπρεπε να συνίσταται σε μια παντοτινή διατήρησή μας σ’ αυτή την υγιή ένταση ανάμεσα σε μια αξιοπρεπή ντροπή και σε μια αξιοπρέπεια που ξέρει να ντρέπεται : στάση εκείνου που από μόνος του ζητάει να ταπεινώνεται και να χαμηλώνει, αλλά που είναι ικανός να δέχεται να τον υψώνει ο Κύριος για το καλό της αποστολής, χωρίς να επαίρεται γι’ αυτό. Το πρότυπο που καθιερώνει το Ευαγγέλιο, και που μπορεί να μας είναι χρήσιμο όταν εξομολογούμαστε, είναι το πρότυπο του Πέτρου που αφήνεται να τον ρωτά και να τον ξαναρωτά ο Κύριος σχετικά με την αγάπη του σ’ αυτόν, και, ταυτόχρονα, ανανεώνει την αποδοχή από μέρους του τού λειτουργήματος να ποιμαίνει τα πρόβατα που ο Κύριος του εμπιστεύεται.

Για να προχωρήσουμε βαθύτερα μέσα σ’ αυτή «την αξιοπρέπεια που ξέρει να ντρέπεται», και που μας εμποδίζει να νομίζουμε ότι είμαστε πάνω κάτω εκείνο που εξαιτίας της χάριτος είμαστε, θα μας βοηθούσε να δούμε πώς, στο χωρίο του Ησαΐα που διαβάζει ο Κύριος σήμερα στη συναγωγή του στη Ναζαρέτ, ο προφήτης λέει :  «υμείς δε ‘‘ιερείς Κυρίου’’ κληθήσεσθε, ‘‘λειτουργοί Θεού’’» (61, 6). Είναι ο φτωχός λαός, ο πεινασμένος, ο αιχμάλωτος, ο χωρίς μέλλον, ο υπολειμματικός και απορριμμένος αυτός που ο Κύριος τον μεταμορφώνει σε λαό ιερατικό.

Ως ιερείς, ταυτιζόμαστε μ’ αυτόν τον απορριμμένο λαό, που ο Κύριος τον σώζει, και δεν ξεχνάμε ότι υπάρχουν αμέτρητοι φτωχοί, απαίδευτοι, φυλακισμένοι, που βρίσκονται στην κατάσταση αυτή επειδή άλλοι τους καταπιέζουν. Αλλά δεν ξεχνάμε επίσης ότι ο καθένας ξέρει, συχνά, πόσο είμαστε τυφλοί, στερημένοι του ωραίου φωτός της πίστης, όχι επειδή δεν έχουμε πρόσβαση στο Ευαγγέλιο, αλλά από υπερβολή περίπλοκων θεολογιών. Αισθανόμαστε την ψυχή μας διψασμένη για πνευματικότητα, αλλά όχι από έλλειψη Ζώντος Ύδατος – που το πίνουμε μόνο σε μικρές δόσεις – αλλά από υπερβολή «εξημμένης» πνευματικότητας, μιας  πνευματικότητας «ελαφράς». Αισθανόμαστε επίσης φυλακισμένοι, όχι έγκλειστοι, όπως τόσοι άνθρωποι, μέσα σε πέτρινους τοίχους ή χαλύβδινους φράχτες, αλλά μέσα σε μια αυτάρκη κοσμικότητα που ανοίγει και κλείνει μ’ ένα απλό κλικ. Καταπιεζόμαστε, όχι από απειλές και χτυπήματα, όπως πολλοί φτωχοί άνθρωποι, αλλά από το θέλγητρο χιλἰων προτάσεων κατανάλωσης από τις οποίες δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε τινάζοντάς τες από πάνω μας για να βαδίσουμε, ελεύθεροι, στα μονοπάτια που μας οδηγούν στην αγάπη των αδελφών μας, στο ποίμνιο του Κυρίου, στα πρόβατα που περιμένουν τη φωνή των ποιμένων τους.

Και ο Ιησούς έρχεται να μας εξαγοράσει, να μας κάνει να βγούμε, για να μας μεταμορφώσει από φτωχούς και τυφλούς, από φυλακισμένους και καταπιεσμένους σε λειτουργούς ευσπλαχνίας και παραμυθίας. Και μας λέει, με τα λόγια του προφήτη Ιεζεκιήλ προς τον λαό που είχε εκπορνευθεί και που είχε προδώσει σοβαρά τον Κύριό του : «Εγώ, θα θυμηθώ τη διαθήκη που σύναψα μαζί σου τον καιρό της νεότητάς σου […]. Θα θυμηθείς τη συμπεριφορά σου, και θα ατιμασθείς, όταν θα συμμαζέψεις τις αδελφές σου, τις μεγαλύτερες και τις νεότερες, και όταν θα σου τις δώσω για κόρες, χωρίς αυτό να προέρχεται από τη διαθήκη σου. Εγώ θα αποκαταστήσω τη διαθήκη μου μαζί σου. Τότε θα καταλάβεις ότι εγώ είμαι ο Κύριος. Έτσι θα θυμηθείς, και θα ντραπείς. Και μέσα στην ατίμωσή σου, δεν θα τολμήσεις ν’ ανοίξεις το στόμα σου όταν θα σου συγχωρήσω όλα όσα έκανες – λέει ο Κύριος ο Θεός» (Εζ 16, 60-63).

Σ’ αυτό το Ιωβηλαίο Έτος ας εξυμνήσουμε τον Πατέρα μας, με όλη την ευγνωμοσύνη που μπορεί να νιώσει η καρδιά μας, και ας τον παρακαλέσουμε  να ‘‘θυμάται πάντα το έλεός του’’· ας δεχτούμε, με μια αξιοπρέπεια που ξέρει να ντρέπεται, την ευσπλαχνία στην πληγωμένη σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και ας του ζητήσουμε να μας πλύνει από κάθε αμαρτία και να μας ελευθερώσει από κάθε κακό· και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ας δεσμευθούμε να μεταδίδουμε την ευσπλαχνία του Θεού σε όλους τους ανθρώπους, ασκώντας τα έργα που το Πνεύμα εμπνέει στον καθένα για το καλό όλου του πιστού λαού του Θεού.