Μεγάλος Αδελφός

ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Πλατεία Αγίου Πέτρου

                                           31η  Παγκόσμια Ημέρα Νεότητας

                                                 Κυριακή 20 Μαρτίου 2016



Το πλήθος της Ιερουσαλήμ φώναζαν, γιορταστικά, καθώς υποδέχονταν τον Ιησού : «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» (βλ Λκ 19, 38). Εκείνον τον ενθουσιασμό τον έχουμε κάνει δικό μας : κραδαίνοντας τους φοίνικες και τα κλαδιά της ελιάς, εκφράσαμε τον ύμνο και τη χαρά, την επιθυμία να δεχτούμε τον Ιησού που έρχεται σ’ εμάς. Ναι, όπως έκανε την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, με τον ίδιο τρόπο επιθυμεί να μπει και στις πόλεις μας και στη ζωή μας. Έρχεται ταπεινά σ’ εμάς, όπως λέει το Ευαγγέλιο, καθισμένος απλά σ’ ένα γαϊδουράκι, αλλά έρχεται «στο όνομα του Κυρίου» : με τη δύναμη της θεϊκής του αγάπης συγχωρεί τις αμαρτίες μας και μας συμφιλιώνει με τον Πατέρα και με τον εαυτό μας.

 

Ο Ιησούς ευχαριστείται με τη λαϊκή εκδήλωση της αγάπης των ανθρώπων, και όταν οι φαρισαίοι φωνάζουν στα παιδιά και στους άλλους που τον επευφημούν να σωπάσουν, εκείνος απαντάει - : «Αν αυτοί σωπάσουν, οι πέτρες θα κραυγάσουν» (Λκ 19, 40). Τίποτα δεν μπόρεσε να σταματήσει τον ενθουσιασμό που προκάλεσε η είσοδος του Ιησού· τίποτα ας μην εμποδίσει κι εμάς να βρούμε σ’ Αυτόν την πηγή της χαράς μας, της αληθινής χαράς, που παραμένει και φέρνει  την ειρήνη. Γιατί μόνο ο Ιησούς μας σώζει από τα δεσμά της αμαρτίας, του θανάτου, του φόβου και της λύπης.

Αλλά η σημερινή λειτουργία μας διδάσκει ότι ο Κύριος μας έσωσε όχι με μια θριαμβευτική είσοδο ούτε μέσω δυνατών θαυμάτων. Ο απόστολος Παύλος, στο δεύτερο Ανάγνωσμα, συνθέτει με δύο ρήματα τη διαδρομή  της λύτρωση : «εαυτόν εκένωσεν» και «εταπείνωσεν εαυτόν» (Φιλ 2, 7-8).Αυτά τα δύο ρήματα μας λένε σε ποια ακρότητα έφτασε η αγάπη του Θεού για μας. Ο Ιησούς εκένωσε ο ίδιος τον εαυτό του : απαρνήθηκε τη δόξα του Υιού του Θεού και έγινε Υιός του ανθρώπου για να είναι σε όλα αλληλέγγυος μαζί μ’ εμάς, τους αμαρτωλούς, εκείνος ο αναμάρτητος. Και όχι μόνο : έζησε ανάμεσά μας «μορφήν δούλου λαβών» (στ,7)· όχι μορφή βασιλιά  ούτε πρίγκιπα, αλλά δούλου. Λοιπόν εταπείνωσεν εαυτόν, και η άβυσσος της ταπείνωσής του, που μας την δείχνει η Μεγάλη Εβδομάδα, φαίνεται πως δεν τελειώνει κάπου, είναι η «Άκρα Ταπείνωση».

Η πρώτη κίνηση αυτής της «εις τέλος» αγάπης (Ιω 13, 1) είναι ότι πλένει τα πόδια των μαθητών. «Ο Κύριος και ο Διδάσκαλος» (Ιω 13, 14) σκύβει στα πόδια των μαθητών, όπως μόνο οι δούλοι το κάνουν. Μας έδειξε με το παράδειγμά του πως έχουμε ανάγκη να είμαστε ενωμένοι με την αγάπη του που σκύβει πάνω μας· δεν μπορούμε να το παραθεωρήσουμε αυτό, δεν μπορούμε να αγαπάμε χωρίς πρώτα να έχουμε τη βεβαιότητα ότι μας αγαπάει εκείνος, χωρίς να έχουμε βιώσει την εκπληκτική του τρυφερότητα και χωρίς να δεχόμαστε πώς η πραγματική αγάπη συνίσταται στη συγκεκριμένη προσφορά υπηρεσίας.

Αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Η ταπείνωση που υφίσταται ο Ιησούς γίνεται «άκρα» κατά το Πάθος. Πουλήθηκε για τριάντα αργύρια και προδόθηκε από το  φίλημα  ενός μαθητή που αυτός τον είχε διαλέξει και τον είχε αποκαλέσει φίλο. Σχεδόν όλοι οι άλλοι φεύγουν και τον εγκαταλείπουν· ο Πέτρος τον αρνείται τρεις φορές στην αυλή του ναού. Ταπεινωμένος στην ψυχή από τους εμπαιγμούς, τις προσβολές και τους εμπτυσμούς, υποφέρει σωματικά από σκληρές εκδηλώσεις βίας : τα χτυπήματα, το μαστίγιο και ο ακάνθινος στέφανος κάνουν την όψη του αγνώριστη. Υφίσταται ακόμα την ατίμωση και την παράνομη καταδίκη από μέρους των θρησκευτικών και πολιτικών αρχών : έγινε αμαρτία και αναγνωρίστηκε ως άδικος. Στη συνέχεια, ο Πιλάτος τον στέλνει στον Ηρώδη, κι αυτός τον ξαναστέλνει στον ρωμαίο διοικητή : τη στιγμή που του αρνούνται κάθε δικαιοσύνη, ο Ιησούς δοκιμάζει επίσης και την αδιαφορία, γιατί κανείς δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη της τύχης του. Και σκέφτομαι τόσους ανθρώπους, τους  πολλούς περιθωριακούς, τους πολλούς εκτοπισμένους, τους πολλούς πρόσφυγες, εκείνους για τους οποίους πολλοί δεν θέλουν ν’ αναλάβουν την ευθύνη σχετικά με την τύχη τους. Το πλήθος, που τον είχε επευφημήσει λίγες μέρες πριν, αλλάζει τους ύμνους του σε κραυγή κατηγορίας, προτιμώντας ακόμα κι ένας δολοφόνος να ελευθερωθεί αντί αυτού. Φτάνει έτσι στον σταυρικό θάνατο, τον πιο οδυνηρό και ατιμωτικό, τον προορισμένο για τους προδότες, τους σκλάβους και τους χειρότερους εγκληματίες. Η μοναξιά, η δυσφήμιση και ο πόνος δεν είναι ακόμα η κορυφή της κένωσής του. Για να είναι καθ’ όλα αλληλέγγυος μαζί μας, βιώνει ακόμα πάνω στον σταυρό τη μυστηριώδη εγκατάλειψη από τον Πατέρα. Αλλά μέσα στην εγκατάλειψη, προσεύχεται και αναφέρεται πάλι σ’ Εκείνον : «Πατέρα, στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου» (Λκ 23, 46). Κρεμασμένος στο ξύλο, πέρα από τη γελοιοποίηση, αντιμετωπίζει τον έσχατο πειρασμό : την πρόκληση να κατεβεί από τον σταυρό, να νικήσει το κακό με τη δύναμη και να δείξει το πρόσωπο ενός ισχυρού και ακαταμάχητου Θεού. Ο Ιησούς, αντίθετα, ειδικά εδώ, στην αποκορύφωση της εξουθένωσης, αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο του Θεού, που είναι ευσπλαχνία. Συγχωρεί τους σταυρωτές του, ανοίγει τις πόρτες του παραδείσου στον μετανοημένο ληστή και αγγίζει την καρδιά του εκατόνταρχου. Αν το μυστήριο του κακού είναι αβυσσαλέο, η πραγματικότητα της Αγάπης που το διαπέρασε είναι άπειρη, φτάνοντας ώς τον τάφο και ώς τον άδη, αναλαμβάνοντας όλη την οδύνη μας για να την εξαγοράσει, φέρνοντας το φως στα σκοτάδια, τη ζωή στον θάνατο, την αγάπη στο μίσος.

Ο τρόπος που ενεργεί ο Θεός μπορεί να μας φαίνεται τόσο μακρινός· αυτός εκένωσεν εαυτόν για μας, ενώ εμάς μας φαίνεται δύσκολο να ξεχάσουμε τον εαυτό μας ακόμα και για λίγο. Εκείνος έρχεται να μας σώσει· εμείς καλούμαστε να διαλέξουμε τον δρόμο του : τον δρόμο της προσφοράς υπηρεσίας, της δωρεάς, της λήθης του εαυτού μας. Μακάρι να μπορέσουμε να πάρουμε αυτό τον δρόμο, σταματώντας αυτές τις μέρες για να κοιτάξουμε τον Εσταυρωμένο· είναι η «Καθέδρα του Θεού».  Σας καλώ να κοιτάξετε αυτή την εβδομάδα αυτή την «Καθέδρα του Θεού», για να μάθετε την ταπεινή αγάπη  που σώζει και που δίνει τη ζωή, για να  απαρνηθείτε τον εγωισμό, την αναζήτηση της δύναμης και της φήμης. Με την ταπείνωσή του, ο Ιησούς μας καλεί να βαδίσουμε στον δρόμο του. Ας στρέψουμε το βλέμμα σ’ Εκείνον, ας ζητήσουμε τη χάρη να καταλάβουμε τουλάχιστον κάτι από  αυτό το μυστήριο της εξουθένωσής του για μας· έτσι, σιωπηλά, ας αναλογιστούμε το μυστήριο αυτής της Εβδομάδας.