Μεγάλος Αδελφός

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ

 (12-18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016)

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΗΣ ΓΟΥΑΔΕΛΟΥΠΗΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

Μεξικό

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

 

Ακούσαμε πώς η Μαρία πήγε να συναντήσει την εξαδέλφη της την Ελισάβετ. Βιαστικά, χωρίς δισταγμούς, χωρίς αργοπορία, πηγαίνει να συμπαρασταθεί στη συγγενή της στους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης της.

Η συνάντηση με τον άγγελο δεν συγκρατεί τη Μαρία, επειδή δεν αισθάνθηκε προνομιούχος, ούτε ότι έπρεπε να απομακρυνθεί από τους δικούς της. Το αντίθετο, αυτή η συνάντηση αναζωογόνησε και υποκίνησε μια στάση για την οποία η Μαρία αναγνωρίστηκε και θα αναγνωρίζεται ως η γυναίκα του ναι, ένα ναι της  προσφοράς  του εαυτού της στον Θεό  και ταυτόχρονα της προσφοράς της στους αδελφούς της. Αυτό ακριβώς το ναι την ώθησε να δώσει το καλύτερο ξεκινώντας να πάει προς τους άλλους.

 

Το άκουσμα αυτού του ευαγγελικού χωρίου μέσα σ’ αυτόν εδώ τον οίκο προκαλεί μια ιδιαίτερη αίσθηση. Η Μαρία, η γυναίκα του ναι, θέλησε επίσης να επισκεφθεί τους κατοίκους αυτής της χώρας της Αμερικής μέσω του προσώπου του ινδιάνου αγίου Χουάν Ντιέγκο. Όπως η Μαρία περπάτησε τους δρόμους της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας, με τον ίδιο τρόπο διέσχισε το Tepeyac, ντυμένη την τοπική ενδυμασία, χρησιμοποιώντας την τοπική γλώσσα, για να υπηρετήσει αυτό το μεγάλο Έθνος. Και όπως ακριβώς πρόσφερε τη συντροφιά της στην Ελισάβετ στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, έτσι συντρόφεψε και συντροφεύει την κυοφορία αυτής εδώ της ευλογημένης μεξικάνικης γης. Όπως παρουσιάστηκε στον μικρό Χουάν, έτσι συνεχίζει να είναι παρούσα σε όλους εμάς· προπάντων σ’ αυτούς που, όπως εκείνος, αισθάνονται «πως δεν αξίζουν τίποτα» (βλ. Nican Mopohua, 55).  Αυτή η ιδιαίτερη επιλογή, που δείχνει ας πούμε προτίμηση, δεν έγινε ενάντια σε κανέναν, αλλά για χάρη όλων. Ο μικρός ινδιάνος Χουάν που προσδιόριζε ο ίδιος τον εαυτό του ως «mecapal, cacaxtle, ουρά, φτερό,  κάτι εντελώς εξαρτημένο απ’ τους άλλους» (βλ ό.π. 55), γινόταν «ο αληθινά αξιόπιστος πρέσβης».

Εκείνο το πρωινό του Δεκέμβρη του 1531, συνέβαινε το πρώτο θαύμα που θα γίνει στη συνέχεια η ζωντανή μνήμη για όλα όσα  προστατεύει αυτός ο Ιερός τόπος. Εκείνο το πρωινό, σ’ εκείνη τη συνάντηση, ο Θεός ξύπνησε και συνεχίζει να ξυπνάει την ελπίδα των μικρών, εκείνων που υποφέρουν, των εκτοπισμένων και των περιθωριακών, όλων εκείνων που αισθάνονται  ότι δεν έχουν μια αξιοπρεπή θέση πάνω σ’ αυτή τη γη. Εκείνο το πρωινό, ο Θεός πλησίασε και συνεχίζει να πλησιάζει την πάσχουσα αλλά καρτερική καρδιά τόσων μητέρων, πατέρων, παππούδων και γιαγιάδων, που είδαν  τα παιδιά τους να φεύγουν, να χάνονται, και μάλιστα να αρπάζονται εγκληματικά.

Εκείνο το πρωινό, ο μικρός Χουάν βιώνει στην ίδια του τη ζωή τι είναι η ελπίδα, τι είναι η ευσπλαχνία του Θεού. Επιλέχτηκε για να επιβλέπει, να φροντίζει, να προφυλάσσει και να ενθαρρύνει την οικοδόμηση αυτού εδώ του Ιερού τόπου. Πολλές φορές είχε την ευκαιρία να πει στην Παναγία ότι δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο κι αν ήθελε, αντίθετα, να έχει καλή έκβαση αυτό το έργο, θα έπρεπε να διαλέξει άλλα πρόσωπα, αφού αυτός δεν ήταν καλλιεργημένος ούτε μορφωμένος ή δεν ανήκε σ’ αυτούς που μπορούσαν να το φέρουν σε πέρας. Η Μαρία, πεισμωμένη – μ’ αυτό το πείσμα που γεννιέται από τη σπλαχνική καρδιά του Πατέρα – του λέει όχι, κι ότι θα είναι αυτός ο πρεσβευτής της.

Έτσι αυτή κατορθώνει να ξυπνήσει κάτι που εκείνος δεν ήξερε να το εκφράσει, μια αληθινή σημαία αγάπης και δικαιοσύνης : στην οικοδομή αυτού του άλλου ιερού τόπου, που είναι η ζωή, η ζωή των κοινοτήτων μας, των κοινωνιών μας και των πολιτισμών μας, κανένας δεν μπορεί να είναι περιθωριακός. Είμαστε όλοι απαραίτητοι, ιδίως εκείνοι που κανονικά δεν λογαριάζονται επειδή δεν βρίσκονται ‘‘στο ύψος των περιστάσεων’’ ή επειδή δεν ‘‘εισφέρουν το απαραίτητο κεφάλαιο’’ σ’ αυτές τις οικοδομές. Ο Ιερός τόπος του Θεού είναι η ζωή των παιδιών του, όλων και σε όλες τις συνθήκες, ιδίως των νέων χωρίς μέλλον, εκτεθειμένων σε ατέλειωτες οδυνηρές  κι  επικίνδυνες καταστάσεις, όπως και των ηλικιωμένων, μη αναγνωρισμένων προσώπων, των λησμονημένων σε τόσες μεριές. Ο Ιερός τόπος του Θεού είναι οι οικογένειές μας που έχουν ανάγκη από το ελάχιστο απαραίτητο για να οικοδομηθούν και να αυξηθούν. Ο Ιερός τόπος του Θεού είναι το πρόσωπο τόσων ανθρώπων που συναντούμε στον δρόμο μας…

Καθώς ερχόμαστε σ’ αυτόν τον Ιερό τόπο, σ’ αυτό το Προσκύνημα, μπορεί να μας συμβεί το ίδιο που συνέβη στον Χουάν Ντιέγκο. Να κοιτάξουμε τη Μητέρα με τους πόνους μας, τους φόβους μας, τις απελπισίες μας, τις θλίψεις μας και να της πούμε : ‘‘Τι μπορώ να σου προσφέρω, εγώ, αν δεν είμαι μορφωμένος ;’’ Ας κοιτάξουμε τη μητέρα με μάτια που λένε : οι καταστάσεις που μας αφαιρούν τη δύναμη είναι τόσο πολλές, που μας κάνουν να αισθανόμαστε πως δεν υπάρχει χώρος για την ελπίδα, για την αλλαγή, για τη μεταμόρφωση.

Να γιατί, νομίζω πως σήμερα λίγη σιωπή θα μας κάνει καλό· το ίδιο όπως και να την κοιτάξουμε, εκείνη, να την κοιτάξουμε για πολλή ώρα και ήρεμα, και να της πούμε όπως της είπε εκείνο το άλλο παιδί που την αγαπούσε πολύ :

 

«Να σε κοιτάζω μόνο – Μητέρα – ,

ν’ αφήνω ανοιχτό μόνο το βλέμμα·

ολοκληρωτικά να σε κοιτώ και τίποτα να μη σου λέω,

όλα να σου τα λέω, χωρίς λόγια και με σεβασμό.

 

Να μην διαταράσσω την αύρα του προσώπου σου·

μονάχα να λικνίζω τη βιασμένη μοναξιά μου,

μέσα στα μητρικά γεμάτα αγάπη μάτια σου

και μέσα στην από χώμα διάφανο φωλιά σου.

 

Οι ώρες λιποθυμούν·

εξεγερμένοι, οι άφρονες άνθρωποι θορυβωδώς δαγκώνουν

τον ξεπεσμό της ζωής και του θανάτου.

                

Να σε κοιτάζω, Μητέρα·  να σε ατενίζω μοναχά,

με την καρδιά σιωπηλή μέσα στην τρυφερότητά σου,

μέσα στων κρίνων την άμωμή σου σιωπή».

(Λειτουργικός Ύμνος)

 

Και σιωπηλά, και μέσα σ’ αυτήν την ενατένιση, να την ακούμε ακόμα μια φορά να μας ξαναλέει : ‘‘τι συμβαίνει, γιέ μου, εσύ ο πιο μικρός ; τι είναι που θλίβει την καρδιά σου’’ (βλ. Nican Mopohua, 107.118) ‘‘ Εγώ δεν είμαι εδώ, εγώ που έχω την τιμή να ’μαι η μητέρα σου ;’’ (ό.π., 119).

Εκείνη μας λέει πως έχει την ‘‘τιμή’’ να είναι μητέρα μας. Αυτό μας δίνει τη βεβαιότητα ότι τα δάκρυα εκείνων που υποφέρουν δεν είναι άγονα. Αποτελούν μια σιωπηλή προσευχή που ανεβαίνει στον ουρανό και βρίσκει πάντα μια θέση κάτω από τον χιτώνα της Παναγίας. Μέσα από εκείνη και μαζί μ’ εκείνη, ο Θεός γίνεται αδελφός και συνοδοιπόρος, μοιράζεται μαζί μας τον σταυρό για να μη συντριβούμε από τις θλίψεις μας.

Δεν είμαι εγώ η μητέρα σου ; Δεν είμαι εγώ παρούσα ; Μην αφήνεσαι να σε νικούν οι πόνοι σου, οι θλίψεις σου, μας λέει. Σήμερα μας στέλνει πάλι, όπως τον μικρό Χουάν· σήμερα μας ξαναλέει : γίνε ο πρεσβευτής μου, γίνε ο απεσταλμένος μου για να χτίσεις πολλά και καινούργια θυσιαστήρια, για να συνοδεύεις πολλές ζωές, για να στεγνώνεις πολλά δάκρυα. Απλώς και μόνο πήγαινε στους δρόμους της γειτονιάς σου, της κοινότητάς σου, της ενορίας σου ως πρεσβευτής μου· οικοδόμησε ιερούς τόπους μετέχοντας στη χαρά να ξέρεις ότι δεν είμαστε μόνοι, ότι εκείνη συνοδοιπορεί μαζί μας. Γίνε ο πρεσβευτής μου, μας λέει, δίνοντας στους πεινασμένους τροφή, σους διψασμένους να πιουν, υποδέξου όποιον βρίσκεται σε ανάγκη, ντύσε τον γυμνό κι επισκέψου τον άρρωστο. Πήγαινε να βοηθήσεις τον φυλακισμένο, μην αφήνεσαι μόνος, συγχώρησε αυτόν που σε πρόσβαλε, παρηγόρησε τον θλιμμένο, έχε υπομονή με τους άλλους και προπάντων να παρακαλείς και να προσεύχεσαι  στον Θεό μας. Και μέσα στη σιωπή, του λέμε ό,τι προβάλλει μέσα στην καρδιά μας.

 

‘‘Δεν είμαι, εγώ, η μητέρα σου ; Δεν βρίσκομαι εδώ, εγώ ;’’, μας ξαναλέει η Παναγία. Πήγαινε να χτίσεις το Προσκύνημά μου, τον Ιερό τόπο μου, βοήθησέ με να χτίσω τη ζωή των παιδιών μου , που είναι τ’ αδέρφια σου.