Μεγάλος Αδελφός

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΌΛΟΥΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ

ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

                                         Βασιλική Αίθουσα

                                          Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

 

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, Καλησπέρα !

Είναι μεγάλη η χαρά μου  που σας συναντώ, πριν σας δοθεί η ανάθεση του έργου να είστε ιεραπόστολοι του ελέους. Πρόκειται για κάτι ενδεικτικό ιδιαίτερης σημασίας επειδή χαρακτηρίζει το ιωβηλαίον, και επιτρέπει σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες να βιώσουν το απροσμέτρητο μυστήριο της ευσπλαχνίας του Πατέρα. Να είστε ιεραπόστολοι του ελέους είναι μια ευθύνη που εναποτίθεται σ’εσάς, επειδή απαιτεί από σας να είστε εσείς οι ίδιοι οι μάρτυρες της εγγύτητας του Θεού και του δικού του τρόπου ν’ αγαπάει. Όχι του δικού μας τρόπου, πάντα περιορισμένου και κάποτε αντιφατικού, αλλά του δικού του τρόπου ν’ αγαπάει, του δικού του τρόπου να συγχωρεί, που είναι ακριβώς η ευσπλαχνία. Θα ήθελα να σας προτείνω μερικές σύντομες σκέψεις, ώστε το έργο που θα σας ανατεθεί να αναλάβετε να μπορέσει να εκπληρωθεί με συνέπεια και ως συγκεκριμένη βοήθεια στα πολυάριθμα πρόσωπα που θα σας πλησιάσουν.

 

Πριν απ’ όλα θα ήθελα να σας θυμίσω ότι σ’ αυτό το λειτούργημα, καλείστε να εκφράσετε τη μητρικότητα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι Μητέρα επειδή γεννάει πάντα καινούργια παιδιά στην πίστη· η Εκκλησία είναι Μητέρα επειδή τρέφει την πίστη· και η Εκκλησία είναι επίσης Μητέρα επειδή προσφέρει τη συγγνώμη του Θεού, αναγεννώντας σε μια καινούργια ζωή, που είναι καρπός της επιστροφής. Δεν μπορούμε να διακινδυνεύουμε το ενδεχόμενο ένας που μετανοεί να μην αντιλαμβάνεται τη μητρική παρουσία της Εκκλησίας που τον υποδέχεται και τον αγαπά. Αν μια τέτοια αντίληψη λείπει, εξαιτίας της αυστηρότητάς μας, αυτό θα ήταν σοβαρή βλάβη πρώτα για την ίδια την πίστη, επειδή αυτό θα εμπόδιζε τον μετανοούντα να αισθανθεί τον εαυτό του μέλος μιας κοινότητας. Αντίθετα έχουμε κληθεί να είμαστε η ζωντανή έκφραση της Εκκλησίας που, ως μητέρα, δέχεται οποιονδήποτε την πλησιάζει, γνωρίζοντας ότι μέσω αυτής είμαστε ενσωματωμένοι στο πρόσωπο του  Χριστού. Μπαίνοντας στο εξομολογητήριο, θυμόμαστε πάντα ότι ο Χριστός είναι εκείνος που δέχεται, ο Χριστός ακούει, ο Χριστός είναι που συγχωρεί, είναι ο Χριστός εκείνος που ειρηνεύει. Εμείς είμαστε οι λειτουργοί του, και είμαστε οι πρώτοι που έχουμε ανάγκη να μας συγχωρεί. Συνεπώς, όποιο κι αν είναι το αμάρτημα που εξομολογείται κάποιος – ή που ο εξομολογούμενος δεν τολμά να το πει, αλλά προσπαθεί να το κάνει κατανοητό, πράγμα που είναι αρκετό – κάθε ιεραπόστολος καλείται να θυμάται τη δική του ύπαρξη ως αμαρτωλού και να θέτει τον εαυτό του ταπεινά ως «δίαυλο» της ευσπλαχνίας του Θεού. Και σας ομολογώ αδελφικά ότι η ανάμνηση εκείνης της εξομολόγησης της 21ης Σεπτεμβρίου 1953, που προσανατόλισε τη ζωή μου, είναι πηγή χαράς. Τι μου είπε ο ιερέας ; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι μου χαμογέλασε κι έπειτα, δεν ξέρω τι έγινε. Αλλά αυτό είναι να υποδέχεσαι τον άλλον σαν πατέρας…

Να ξέρεις να διακρίνεις την επιθυμία  της συγγνώμης παρούσα στην καρδιά του μετανοούντος είναι μια άλλη σημαντική πτυχή του θέματος. Αυτή η επιθυμία είναι καρπός της χάριτος και της ενέργειάς της μέσα στη ζωή των ανθρώπων,  που επιτρέπει την αίσθηση της νοσταλγίας του Θεού, της αγάπης του και του οίκου του. Ας μην ξεχνάμε πως αυτή ακριβώς η επιθυμία υπάρχει στο ξεκίνημα της επιστροφής. Η καρδιά απευθύνεται στον Θεό αναγνωρίζοντας το κακό που έγινε, αλλά με την ελπίδα να κερδίσει τη συγγνώμη. Και αυτή η επιθυμία ενδυναμώνεται όταν αποφασίζει κανείς μέσα στην ίδια του την καρδιά ν’ αλλάξει ζωή και να μη θέλει πια να  αμαρτάνει. Είναι η στιγμή όπου εμπιστεύεται κανείς τον εαυτό του στο έλεος του  Θεού, και έχει πλήρη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι μας καταλαβαίνει, ότι μας συγχωρεί και μας στηρίζει. Ας παραχωρήσουμε πολύ χώρο σ’ αυτή την επιθυμία του Θεού και της συγγνώμης του· ας την κάνουμε να αναδυθεί ως πραγματική έκφραση της χάρης του Πνεύματος που οδηγεί στην επιστροφή της καρδιάς. Και σας συνιστώ στο σημείο αυτό να καταλαβαίνετε όχι μόνο τη γλώσσα του λόγου, αλλά και τη γλώσσα των κινήσεων. Αν κάποιος έρχεται να σε δει κι αισθάνεται την ανάγκη να ελευθερωθεί από κάτι, αλλά δεν καταφέρνει ίσως να το πει, αλλά εσύ το καταλαβαίνεις… κι αυτός αισθάνεται καλά, το λέει έτσι, με την κίνηση που έκανε να έρθει. Αυτός είναι ο πρώτος όρος. Ο δεύτερος είναι το γεγονός ότι μετανιώνει. Αν κάποιος έρχεται να σε δει, είναι γιατί θα ήθελε να μη βουλιάξει σ’ αυτές τις καταστάσεις, αλλά δεν τολμά να το πει, φοβάται να το πει και έπειτα να μην μπορεί να το κάνει. Αλλά αν δεν μπορεί να το κάνει, ad impossibilia nemo tenetur. Και ο Κύριος τα καταλαβαίνει αυτά τα πράγματα, τη γλώσσα των κινήσεων. Με τα χέρια ανοιχτά, για να καταλάβετε αυτό που υπάρχει μέσα στην καρδιά και που δεν μπορεί να ειπωθεί , ή να ειπωθεί με τέτοιο τρόπο… υπάρχει κι ένα μέρος ντροπής… με καταλαβαίνετε. Να δέχεστε όλους τους ανθρώπους, με τη γλώσσα που μπορούν να μιλούν.

Θα ήθελα τέλος να υπενθυμίσω ένα στοιχείο για το οποίο δεν γίνεται πολύς λόγος, αλλά που αντίθετα είναι προσδιοριστικό : την ντροπή. Δεν είναι εύκολο να παρουσιάζεσαι μπροστά σ’ έναν άλλον, όσο κι αν ξέρεις πως εκπροσωπεί τον Θεό, και να εξομολογείσαι τις δικές σου αμαρτίες. Δοκιμάζει κανείς ντροπή τόσο γι’ αυτό που έκανε, όσο και για το γεγονός ότι πρέπει να το εξομολογηθεί σ’ έναν άλλον. Η ντροπή είναι ένα αίσθημα βαθύ που επηρεάζει την προσωπική ζωή και απαιτεί από μέρους του εξομολόγου μια στάση σεβασμού και ενθάρρυνσης. Πολύ συχνά, η ντροπή σε βουβαίνει και… η κίνηση, η γλώσσα της κίνησης. Ήδη από τις πρώτες σελίδες, η Αγία Γραφή μιλάει για την ντροπή. Μετά την αμαρτία του Αδάμ και της Εύας, ο ιερός συγγραφέας σημειώνει αμέσως : «Τότε τα μάτια και των δυο τους άνοιξαν και κατάλαβαν πως ήταν γυμνοί· έραψαν φύλλα συκιάς και έφτιαξαν καλύμματα για να σκεπάσουν τη γύμνια τους»( Γεν 3, 7). Η πρώτη αντίδραση η οφειλόμενη σ’ αυτή την ντροπή είναι να κρυφτούν από τον Θεό (βλ. Γεν 3, 8-10).

Ένα άλλο χωρίο της Γένεσης μου κάνει εντύπωση, πρόκειται για τη διήγηση του Νώε. Την ξέρουμε όλοι, αλλά σπάνια θυμόμαστε το επεισόδιο όπου αυτός μέθυσε. Στη Βίβλο, ο Νώε θεωρείται άνθρωπος δίκαιος· ωστόσο δεν είναι αναμάρτητος : η μέθη του μας κάνει να καταλάβουμε πόσο ήταν, ακόμα κι αυτός, αδύνατος, στο σημείο να χάσει την αξιοπρέπειά του, γεγονός που η Γραφή το εκφράζει με την εικόνα της γυμνότητας. Δύο από τα παιδιά του τότε παίρνουν το πανωφόρι τους και τον σκεπάζουν για να ξαναβρεί την πατρική του αξιοπρέπεια (βλ. Γεν 9, 18-23).

Αυτό το χωρίο με κάνει να λέω πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος μας στην εξομολόγηση. Μπροστά μας βρίσκεται ένα πρόσωπο «γυμνό», και επίσης ένα πρόσωπο που δεν ξέρει να μιλάει και που δεν ξέρει τι να πει, με την αδυναμία του και τα όριά του, με την ντροπή να είναι αμαρτωλός, και πολύ συχνά να μην κατορθώνει να το πει. Ας μην το ξεχνάμε : μπροστά μας δεν βρίσκεται η αμαρτία, αλλά ο μετανοημένος αμαρτωλός, ο αμαρτωλός που θα ήθελε να μην είναι έτσι, αλλά δεν το πετυχαίνει. Ένα πρόσωπο που νιώθει την επιθυμία να γίνει δεκτός και να συγχωρηθεί. Ένας αμαρτωλός που υπόσχεται να μη θελήσει πια να απομακρυνθεί από το σπίτι του Πατέρα και που, με τη λίγη δύναμη που κατέχει, θέλει να κάνει ό,τι μπορεί για να ζήσει ως παιδί του Θεού. Δεν έχουμε κληθεί λοιπόν να κρίνουμε, με ένα αίσθημα ανωτερότητας, σαν να είχαμε ανοσοποιηθεί ενάντια στην αμαρτία· αντίθετα, έχουμε κληθεί  να ενεργήσουμε όπως ο Σημ και ο Ιάφεθ, οι γιοι του Νώε, που πήραν ένα κάλυμμα για να προστατέψουν τον πατέρα τους από την ντροπή. Να είσαι εξομολογητής σύμφωνα με την καρδιά του Χριστού σημαίνει να σκεπάζεις τον αμαρτωλό με το κάλυμμα της ευσπλαχνίας, για να μην έχει πια ντροπή και για να μπορεί να ξαναβρεί τη χαρά της υιικής του αξιοπρέπειας, και να μπορεί επίσης να ξέρει πού ξαναβρίσκει τον εαυτό του.

Για να ξαναφέρουμε το χαμένο πρόβατο στους κόλπους της Εκκλησίας, αυτό δεν θα το πετύχουμε με τη σφύρα της δικαιοσύνης, αλλά με την αγιότητα ζωής που είναι αρχή (principe) ανανέωσης και μεταρρύθμισης μέσα στην Εκκλησία. Η αγιότητα τρέφεται από αγάπη και ξέρει να σηκώνει πάνω της το βάρος του πιο αδύναμου. Ένας ιεραπόστολος του ελέους σηκώνει τον αμαρτωλό στους ώμους του και τον ενισχύει με τη δύναμη της συμπάθειας. Και ο αμαρτωλός που πηγαίνει εκεί, το πρόσωπο που πηγαίνει εκεί, βρίσκει έναν πατέρα. Έχετε ακούσει, όπως κι εγώ έχω ακούσει, τόσους που λένε : «Όχι , δεν πάω ποτέ εκεί, γιατί πήγα μια φορά κι ο ιερέας με κατσάδιασε, μου είπε ένα σωρό κατηγόριες, ή ακόμα, πήγα μια φορά κι αυτός μου έκανε ερωτήσεις κάπως σκοτεινές, από περιέργεια». Αλλά αυτό δεν είναι ο καλός ποιμένας, αυτό είναι ο δικαστής που νομίζει ίσως ότι είναι αναμάρτητος, ή είναι ένας κακομοίρης άρρωστος που ικανοποιεί την περιέργειά του με ερωτήσεις. Μου αρέσει να λέω στους εξομολογητές : αν δεν έχεις τη δύναμη να είσαι πατέρας, μην πηγαίνεις στο εξομολογητήριο, κάνε καλύτερα κάτι άλλο. Επειδή μπορεί να κάνει κανείς τόσο κακό, να κάνει τόσο κακό σε μια ψυχή αν αυτή δεν γίνει αποδεκτή με μια καρδιά πατρική, με την καρδιά της Μητέρας Εκκλησίας. Εδώ και μερικούς μήνες, μιλούσα με έναν σοφό καρδινάλιο της ρωμαϊκής κουρίας πάνω στα ερωτήματα που θέτουν μερικοί ιερείς σχετικά με την εξομολόγηση και μου είπε : «Όταν ένα πρόσωπο αρχίζει και βλέπω πως θέλει κάτι να πει, και το διακρίνω και το καταλαβαίνω, του λέω : κατάλαβα, ησύχασε !». Κι εμπρός. Αυτό θα πει πατέρας.

Σας συνοδεύω σ’ αυτή την ιεραποστολική περιπέτεια, δίνοντάς σας ως παραδείγματα δύο αγίους λειτουργούς της συγγνώμης του Θεού, τον άγιο Λεοπόλδο και τον άγιο Πίο – εκεί, ανάμεσα στους Ιταλούς, είναι ένας καπουτσίνος που μοιάζει πολύ με τον άγιο Λεοπόλδο : κοντός, με μια γενειάδα… – , όπως και τόσους άλλους ιερείς που στη διάρκεια της ζωής τους έδωσαν μαρτυρία για την ευσπλαχνία του Θεού. Θα σας βοηθήσουν. Όταν θα αισθάνεστε το βάρος των αμαρτιών που θα σας εξομολογούνται και θα αισθάνεστε το όριο του προσώπου σας και των λόγων σας, να έχετε εμπιστοσύνη στη δύναμη της ευσπλαχνίας που έρχεται προς  συνάντηση όλων ως αγάπη και που δεν γνωρίζει σύνορα. Πρέπει τότε να λέμε, όπως τόσοι άγιοι εξομολογητές : «Κύριε, συγχωρώ, καταλόγισέ το σ’ εμένα !». Και να προχωρούμε. Η Μητέρα του ελέους ας σας βοηθάει κι ας σας προστατεύει σ’ αυτή την τόσο πολύτιμη διακονία. Η  Ευλογία μου να σας συνοδεύει· κι εσείς μην ξεχνάτε, σας παρακαλώ, να προσεύχεσθε για μένα. Ευχαριστώ.